Τρίτη, 30 Απριλίου 2013

''από την χθεσινή εκπομπή στα πόδια σου''


Απάνθρωπα παιδικά στιχάκια με μελωδίες απτές, μέσα και έξω από σένα, όλοι οι πρώην σου τώρα δικαιώνονται και κάνουν σύλλογο, φιλόδοξο μπούγιο με καπελάκια και μπλούζες, όλοι έχουν κάτι να πούνε για σένα, μια ιστορία με νύχτα που διαλύει και μέρα που ξεπατώνεται στα γέλια. Αυτοσχεδιάζω, παραπατάω, κατεβαίνω, δεν βουλιάζω, φοράω μαύρα, λάμπω, ταπεινά, ήρεμα και φτωχομπινεδιάρικα.

Είσαι μουσική αργά το βράδυ και εγώ ο γείτονας που τηλεφωνώ στην αστυνομία.

-

Η τρελή  ο δυναμίτης, νηστικιά με την νυχτικιά της σημαία τρύπια εκεί που χρειάζεται.

-

Ζευγάρι αντιμέτωπο / με ανοικτά τα στόματα, σημαδεύουν και πετάνε ο ένας τον άλλον χαπάκια που τραβάνε τις διαθέσεις, καπακώνουν δυο τρεις αισθήσεις, κοιμούνται ήσυχοι άλλοι να τους ονειρευτούν.


-

- Σαν πατέρα μου σε βλέπω. - Και τον πατέρα σου;  - Σαν Φρανσίσκο, ρλου ρλου ρλου. .   και χοροπηδάει / άντε ρημάδι να την πιάσεις, να την κατεβάσεις από τις οθόνες με τους ήρωες τους ψηφιακούς, να την ξαπλώσεις χωρίς να πληρώσεις για φύγεις μετά. . .

-

Πόλη γεμάτη εκκλησίες, λιγοστοί οργανωμένοι χώροι να ξαλαφρώσεις, στους τοίχους ΄΄Gay είναι το δίκιο του εργάτη΄΄, κάτι δεν πάει καλά αλλά πηγαίνει εκεί που θέλει, χάνεται για να το ψάξουν και να βρεθεί.  . .

κοντοζυγώνει. . .

-

Μεγάλη επιτυχία. Χθες έκοψα τα ήπατα της ψυχολόγου μου. Δεν το περίμενε. Επόμενο ήταν, δεν πληρωνόταν για αυτό. Η κορνίζα από το μισό πτυχίο της ράγισε. Μεγάλη επιτυχία. Όπως εκείνη την επιθεώρηση που πήγαμε και είπες ότι είναι μαλάκια και σου είπα ότι είναι ότι καλύτερο έχω δει και μετά ήθελες κουλούρι και πήγαμε στον Τάκη τον Ρεμούλα που κοπανάει την γυναίκα του μόνο όταν εκείνη του γκρινιάζει και εκείνος προσπαθεί να φάει μια μπουκιά τόση ώρα ορθοστασία ο άνθρωπος να πάρει δυνάμεις , αλλά δεν είχε κουλούρια και έτσι μαζέψαμε το σουσάμι από την τάβλα και το μοιράσαμε σε συνταξιούχους και περιστέρια. Μεγάλη επιτυχία, κάπου εκατό κιλά μάρμαρο.


Δευτέρα, 29 Απριλίου 2013

Γράμμα στην Σπούλα


- Που πάτε;
- Στον Αμίαντο.
- Αμύνταιο πάμε, Βασίλη.


Όπως και να το λένε εκεί πάμε, χωρίς συνήθειες και ωράρια. Βραδάκι. Μοιάζει με βόλτα αλλά είναι εκδρομή. Αυτές που με δανεικά πάω και με δανεικά γυρίζω. Με τον καλύτερο οδηγό και τον χειρότερο συνοδηγό. - Τρέχεις / - Δεν τρέχω, θα ζήσουμε, μην αγχώνεσαι κτλ. Στα πόδια μου κρατάω ένα πρησμένο μπουκάλι μπύρα από τα πίσω της βαθιάς Ανατολής. Ο,τι και να ψηφίζετε τα τελευταία εκατό πενήντα χρόνια, δεν το άνοιξα. Το κρατούσα σαν τρόπαιο και αυτό με δρόσιζε ολόκληρο.

Φτάνουμε στην Κοζάνη και κάνουμε γύρους στα δρομάκια. Το αμάξι σε αντίθεση με εμάς, είναι αυτόματο και δεν σβήνει στις ανηφοριές. (Δώσε μου κατρακύλα και βούτα ψυχή του παραδίπλα). Χαζεύω τα περίπτερα και όσους βγαίνουν να χαρούν την ζέστη. Περιμένουμε δυο βετεράνους που φάγανε την ζωή με τα μαχαιροπίρουνα, για να πάμε στο Αμύνταιο. Χαρίζω βιβλία, την Σφαγή των Ρομανόφ -΄΄ Τσάρε σύρε και κάτσε με την φαμίλια σου σε εκείνη την γωνιά΄΄ και μπαμ μπαμ.

Εκεί το φεγγάρι μοιάζει σαν να το δάγκωσε κάποιος αλλά αυτό δεν έχει τόση σημασία. Κατευθυνόμαστε σε ένα μπαρ που γίνεται μετά από κάποια ώρα club. Ξύλινη επένδυση και μπύρες σε τιμές λογικές. Η γενναιοδωρία του Ντίνου και το εθνικό αλκοολίκι. Μπύρες, κυρίες μου πλάι, σε αναμμένα κεράκια που μας έχουν στραβώσει.

Τηλέφωνα από την Αθήνα. Η Αντζελίν Βοναπάρτη θα ανέβει μαζί με τον Χρηστάρα όταν θα κατεβαίνω στην Αθήνα να δω την Debbie Tourbo για να μονομαχήσουμε. Τα επιχειρήματα και οι απαιτήσεις μου εκεί θα κρατήσουν κάπου δεκαπέντε δευτερόλεπτα, μέχρι η D. να γελάσει. Μικρές νίκες σαν ανάσες σε ένα πόλεμο που ξέρουμε αμφότεροι που σκατά θα πάει.

Γυρίζουμε στην Κοζάνη.  Ο ΄΄Ηλίθιος΄΄ του Ντοστογιέφσκι μπαίνει με κάποιο τρόπο στην τσάντα με τα άδεια καρέλια, τα χειρόγραφα της Ώρας και το ημερολόι μιας αφορολόγητης ύπαρξης. Προσπαθώ να πω κάτι για τον Zappa ή τον Σεφεριάδη που θα μπορούσε άνετα να διαφημίζει σοκολατάκια αλλά τα έχω πει μάλλον σε κάποια άλλη εκπομπή.  Σβήνω σιγά σιγά και γλύκα ανεβαίνει στην ψυχή μου. Ούτε ενοχές, ούτε τύψεις και άλλα αρχαία. Από αύριο αυτά πάλι.

Το πρωί καφές και γλυκό του κουταλιού. Φιλοξενία, τίποτα άλλο. Χαμογελαστή η Πενέλοπε μας παίρνει από το χέρι να πάμε να γευματίσουμε. Όμορφο μαγαζί, ωραίες μουσικές. Ο Ντίνος μοιράζει την μερίδα του όπως κάποιος που κάποτε αναστήθηκε για να φύγει μια και καλή. Ο Βασίλης Κ. ξέρει κάτι παραπάνω και για αυτό εγώ μιλάω περισσότερο από εκείνον.

Επιστρέφουμε. Δεν μπορώ να κρίνω τίποτα γιατί δεν πλήρωσα κανένα λογαριασμό. Η μέρα είναι ζεστή ενώ μπαινοβγαίνουμε στα τούνελ και το ράδιο παίζει στην διαπασών. Ρίχνω ιδέες για ένα θεατρικό, για μια επιθεώρηση μόνο με κομπάρσους που απαιτούν τα δίκια τους από τον τζερεμέ που έγραψε το έργο και την συμπάθεια του σκηνοθέτη. Το μόνο όμως που θα πάρουνε είναι δωροεπιταγές για παυσίπονα. Κουνάω τα χέρια μου, πέφτω σε αντιφάσεις, ο Ντίνος δεν ξεφεύγει από την ευθεία του δρόμου και του δίνω τσιγάρο. Του χρωστάω πολλά.

 Φτάνω σπίτι. Αύριο καταφθάνει ο πατέρας.



Τρίτη, 16 Απριλίου 2013

ανεβαίνοντας


κάθε μέρα καλύτερη
δικιά του
δεν τάισε ποτέ κανέναν
βαράει τα παιδιά του
να δει αν η γυναίκα του
τον ακούει


τα πρωινά επισκευάζει καθρέφτες
τα βράδια τρακάρει διαστημόπλοια
το δίκιο του υγιές και παχύ
από των άλλων ύπνων πιο μακρύ
θα στέκει και μετά από εκείνον

μοναδική παρακαταθήκη στον κόσμο που του ανήκει.

Κυριακή, 14 Απριλίου 2013

κατεβαίνοντας



Ένα μικρό εγκεφαλικό
μα η αξία μου ανέπαφη
ακόμη ζεστός
κάνεις δεν κακολογεί
- όλους όσους του έστειλα
τους επέστρεψε ο διάολος
και ακόμα τους χρωστάει -
κι ας έφτασε η μπύρα μέχρι τα μάτια


μια επέλαση, ένας διορισμός, μια εντερορραγία ή έρωτας

κάτι να γίνει  να έχουμε να μασάμε
να φτύνουμε και να γλιστράμε
μια πεντηκονταετία
μέχρι την επόμενη εποποιία
που θα χαρίσει αργία και χαρά.

εσύ όμως  τι έκανες για τους άλλους
που δεν πρόλαβαν να στο κάνουν εκείνοι;


Δευτέρα, 8 Απριλίου 2013

Πέμπτη, 4 Απριλίου 2013

ζ.



- Τι την θέλεις την αλήθεια εδώ που ζεις;

Θα πέθαινα όπου να ΄ναι μα εκείνη θα συνέχιζε να μιλάει, να γκρινιάζει και να είναι καλά. Όλα πηγαίνανε ρολόι. Μια ώρα μπροστά, μια ώρα πίσω, εκείνη ακόνιζε τους δείκτες, ενώ εγώ αργούσα ή έφτανα νωρίτερα.

- Από που άρχισες να δαγκώνεις και έφτασες να σε φάνε μισό από καλοσύνη;


- Ένας από τους δυο πρέπει να βουλιάξει μπροστά να προχωρήσει ο άλλος, να βουλιάξει πιο μπροστά.
- Θα τα πούμε πιο κάτω.




Αντί για ΄΄Βοήθεια΄΄, ζήτησε ΄΄Φωτιά΄΄. Πετυχαίνει πάντα.
Το ίδιο και αν το φωνάξεις.