Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2013

B;


Η μαλακία ταξιδεύει με την συγκοινωνία, ταχύτητες φωτός και σπίτια ψηλοτάβανα, με φωτογραφίες γάμου και φαστφουντάδικα, τα Διαβατά αναβαθμίζονται, τα νοίκια πέφτουν ως αυτόχειρες, μαυραγορίτες βάφονται μεταξύ τους - φούμο να χορτάσεις -και κατοσταριά δεκαετίες να κλάνουν χαζεύοντας τον κώλο του διπλανού. . . Η Ευρωπαϊκή Αναγέννηση και η Ελληνική Νεκροφάνεια . Μόνο οι πιστοί προσέρχονται, οι υπόλοιποι θα βρούνε κάτι άλλο να παίξουν.


Ένας που θέλει να παίξει, φωνάζει πάνω από το κεφάλι μου ΄΄ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ, ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΡΕ. . .΄΄ . Συμπαθέστατος αλλά θέλω να κοιμηθώ. Ένας ασθενής πρέπει να είναι φιλότιμος, όχι φιλόδοξος. Πρέπει να έχει τα ναύλα για τον αγύριστο. Έτσι δεν λειτουργούν αυτά πράγματα. Να σου λέει o μαέστρος της Ιατρικής Buy και να του λες Bye.  


Κάποιος που είπε Καλημέρα, τον δείρανε μέχρι να ξεφλουδίσει. Μετά έγραψε καμιά δεκαριά ποιήματα, με το αριστερό χέρι γιατί το άλλο είχε σπάσει σε τρία σημεία. Σε αυτά τα ποιήματα, αναρωτιέται, γιατί δεν τον αποτελείωσαν. Το ίδιο αναρωτιέται και η κοπέλα του όταν σκέφτεται την ζωή της. 



Σε μια επίσκεψη, με δυο κιλά κρέας πεσκέσι, λουλούδια, αναμνήσεις που ΄΄δεν έγιναν έτσι ακριβώς τα πράγματα΄΄ αλλά θα ΄΄τα θυμόμαστε, και γελάμε΄΄. Η βραδιά πωλείται με τα αριστουργήματα και τους ρουφιάνους τους ρατσιστές και όλες τις παραδόσεις μας, ένα πακέτο θεόβαρο με λεπτές χειρολαβές.



Ρίχναμε κουτουλιές στον τοίχο να περάσει η ώρα, όπως άλλοτε παίζανε καρπαζιές. Ο χρόνος κυλούσε ώσπου ήρθε η Αντιγόνη και μας γάμησε το τρίκι τρίκι.  Μια επιθεώρηση δηλαδή οπού o υποβολέας διάβαζε τραγικά λόγια, με βάθος - μα εμείς φωνάζαμε ότι σκεφτόταν ο διπλανός μας. Τουλάχιστον ο,τι πιστεύαμε ότι ένιωθε.


Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2013

Γυναίκα Θαλάμη


Γαμημένα παράθυρα, ποιος τα σφράγισε ρε Θύμιο; Οι απ΄ έξω για ή από μέσα.... Ούτε μέσα σε αφήγηση τώρα δεν χωράμε, τρωγόμαστε πατριωτικά  και στο τέλος θα μείνει ο πιο νόστιμος,
εφευρέτης χαροκαμένος στην γωνία Tesla και Alva, με μια σόδα στο χέρι να νοσταλγεί τα φαγωμένα. . . την γυναίκα, εκείνη την γυναίκα που ήξερε να ανατινάζεται και να γαμιέται, γεμάτο υπερωρίες απλήρωτες αυτό το κορμί, γκρίνιες, μάχες, χασομέρι και ησυχία. . . . Χάζευε τους καπνούς ενώ η πόλη προσπαθούσε να ζεσταθεί με πυρκαγιές και άλλα φτηνά μέσα. . . Πότε πότε ψιθύριζε ΄΄Κοίτα ελευθερία κινήσεων οι καπνοί. . . Αλλά χάνονται στο τέλος΄΄.  Προσπαθούσα τότε να την κάνω να γελάσει γιατί άλλη μουσική δεν είχαμε. Οι άνεργοι ήταν περισσότεροι από τους τους εργαζόμενους. . . Η δουλειά έγινε ντροπή. . . Η ημιαπασχόληση, μισή ντροπή. . . Τα αφεντικά χαθήκανε από την δημοσιότητα. . . Στέλνανε χαζοχαρούμενους, φίσκα στην αισιοδοξία και στα χάπια για αντιπροσώπους να ανακοινώνουν με τρόπο σχεδόν κατανοητό, μες την γλύκα ο,τι σκατά τους λέγανε να ανακοινώσουν. . . Κινούμενοι Πληρωμένοι Στόχοι με λάμψη. . . Συντηρητές κλιματιστικών στην Κόλαση. . . Καλή δουλειά. . .  

Προσπαθούσα να την κάνω να γελάσει όμως άκουγε κεφάλια να σπάνε, να ανοίγουν και καμιά ιδέα δεν έσταζε από μέσα. . . Μόνο αίμα και γύρω γύρω απόψεις. . . Προσπαθούσα, ολόκληρος μια προσπάθεια, ηλίθιος, όρθιος, με όλα μου τα κομμάτια βγαλμένα από την τσέπη. Όμως το μόνο που χρειαζόταν ήταν να μου ρίξει μια ματιά. Και γέλασε. 

Η Γυναίκα Θαλάμη. 

Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2013

αντάμωμα

 

γυάλιζες ολημερίς τον καβάλο
την νύχτα σε έφτυνε να ξεβάψεις

μετά από αγρυπνίες συκοφαντίες
καθαριότητες και βομβαρδισμούς μετεωριτών
είδα ζωγραφισμένη μια καρδιά να χτυπάει
μέσα της κάποιος φώναζε ΣΚΑΤΑ ΣΚΑΤΑ ΣΚΑΤΑ
λίπασμα δηλαδή φωναχτό
με το δελτίο
να μπερδεύουν, να ζαλίζουν το χώμα
κάτι άλλο από μας να φυτρώσει
πιο - ας πούμε - ζωντανό.