Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου 2012

2:21


τα έντερα τους δουλεύουν υπερωρία

πυροβολούν εδώ
πυροβολούν εκεί
έχουν πυρομαχικά για μια ζωή όποιος κρυφοκοιτάξει την γάμησε
και όσοι περίσσεψαν από όταν πιάσανε οι ζέστες
χέστες τον χειμώνα λίπασμα / να σκεπαστείς
να ανθίσεις

. . .


 δεν έχω δικαιολογία για τίποτα
 για αυτό με εκτιμάς και
με φροντίζεις / απλά φταίω και σε φτάνω σιγά σιγά. . .


Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2012


Νόμιζε σε αυτό το όνειρο ότι βρήκε τα κλειδιά μα όταν την ξύπνησαν, κλειδωμένη για πάντα ήταν.


Μου είπε ότι έχει μανιοκατάθλιψη. . . Της είπα ότι με ταλαιπωρούν έξη μήνες διάρροιες έξη μήνες δυσκοιλιότητα. Γέλασε και άρχισε να μοιράζει τα φύλλα, τα ποτήρια, τα τραγούδια, τα κομμάτια της, τα περισσεύματα μου τα χαζά. . .


- Σε ένα σώμα ζω  Με ένα ψέμα ταξιδεύω 



'' Σεβτάς είν’ αυτός, δεν είναι τσορβάς...· έρωντας είναι, δεν είναι γέρωντας.'' . .  διάβαζε δυνατά Παπαδιαμάντη και εγώ θυμόμουν το φαρμάκι του Ροΐδη  που ως σήμερα μοσχοβολά, ο Σκορδάς με τον μαστραπά στο χέρι γεμάτο ούζο.  . .Παίρνει τα χειρόγραφα και βάζει πάνω τους το τηγάνι με τα αυγά και τα λουκάνικα. . . Είμαι ευτυχισμένος και μου λέει θέλεις λίγο να δοκιμάσεις;





Παλιές, παλιές εποχές 
Σκόνη ελληνική το Καλοκαίρι
Λάσπη ελληνικότερη το Χειμώνα  
Με σπίτια ξεκλείδωτα και κλειδαράδες άνεργους
Απωθημένα τοκισμένα μέχρι να σκάσει η σάρκα
Νεύρα τσακισμένα χαλί να πατήσουν ξυπόλητοι αυτοί που ξέρουν να μισούν.  




Ο Πατέρας έχει τριάντα ευρώ σε Ελβετική τράπεζα. . . Ταξίδια, Κορδελιό, Πάτρα, Σιάτιστα, Σοχός, Λάρνακα, Λεμεσός, δεν θα ρθω να δω μνημεία, τι σερβίρουν στους τουρίστες και ντόπια περηφάνια με μπαχάρια. . . Μόνο πρόσωπα που θυμούνται το όνομα μου το άχρηστο, για αυτό θα φύγω. . . 
Σκόνταψε ή Ξέπεσε; 
Δεν πουλήθηκε ή Δεν τον αγόρασε κανείς;
 Ήταν καβλωμένη, υγρή και εμένα μου πονούσαν τα κόκαλα από την υγρασία, ήταν σαν ήπειρος και εγώ χαμένος να μασάω χάρτες να διασκεδάζω να δίνω στον Πόνο σχήμα με τα καβούρια να χορεύουν μέσα μου. . . Πιο γρήγορος σπάει κάθε ρεκόρ επειδή τον κυνηγάνε. . . Κίνητρα κίνητρα γεμάτα λεκέδες χώματα πληγές, τα ζάρια από τα δόντια μου, κουμάρι και δαγκωματιές, ιστορίες θλιβερές με αίτια οικονομικά και λύσεις πένθιμες, αναγκαίες.  


Κερατούδες Βαλκυριές βυζαρούδες με φτερά
Καφέδες στην σειρά μετά το
Πιόμα και ένα ασημένιο ντέφι 
Κόσμημα στα χέρια σου
Κόσμημα εσύ.
















Άφησα τα πράγματα στην θέση μου. . . Μόνο βιβλία και δυο κομμάτια γλυκό πέρα από τις δυο αλλαξιές είχε η μικρή βαλίτσα μου. Είδα κάτι φαντάρους ζαβλακωμένους να ψάχνουν τις θέσεις τους. Έβγαλα δυο μπύρες και τους έδωσα. Με ευχαρίστησαν. Ζήτησαν τσιγάρο. Τους έδωσα. Με ευχαρίστησαν. Με ρώτησαν τι ειδικότητα είχα στον στρατό. - Διαβιβαστής. . . Τους ασυρμάτους όμως τους είδα όταν τους κουβάλησα, στην μεταστάθμευση. . . Γέλασαν και πήγαν στις θέσεις τους.  Πήγαινα πάνω κάτω στον διάδρομο. Είδα ένα καβγά που δεν έβγαλα νόημα για το γιατί. Δυο τύποι φωνάζανε και βρίζανε ο ένας τον άλλον σε μια γλώσσα που δεν την ήξερα. Παρόλα αυτά δεν πιάστηκαν στα χέρια.  Αγόρασα μια μπύρα από το κυλικείο του τρένου.Θα πρέπει να άφησα μια ράβδο χρυσού εκεί ή το δεξί μου νεφρό. Πανάκριβες αλλά τίποτα δεν είχε - έχει; - σημασία. Γύρισα στην θέση μου και κοιμήθηκα αμέσως.

 Ένας κύριος με ξύπνησε το πρωί, όταν φτάσαμε στην Θεσσαλονίκη. Μου είπε ότι ήμουν γαμάτος την προηγούμενη βραδιά. Τέτοια μπέκρα με καθαρότητα λόγου δεν είχε ξαναδεί. . . Τι επιχειρήματα. . Τι ανάλυση. . . Και εκείνη η ιστορία με τον Βάρναλη και τον νεαρό ποιητή ή ότι Νίτσε έμοιαζε φυσιογνωμικά με τον Παλαμά αλλά και οι δυο θέλανε ξύρισμα. . .

 Δεν θυμόμουν τίποτα. Μου είπε ότι του έδωσα και χειρόγραφα από το Τροχιά στον Αγύριστο. Με ευχαρίστησε για την τιμή, τον ευχαρίστησα που με ξύπνησε. Μια κυρία με την κόρη της με ευχαρίστησαν για τα γλυκά. Η μάνα για τα γλυκά, η κόρη για την μπύρα. Ευχαριστίες με το κιλό. Δεν θυμόμουν τίποτα και αυτοί οι άνθρωποι ήταν τόσο καλοί.

Κατέβηκα από το τρένο και γύρισα στο σπίτι με αργές κινήσεις. Έφτασα.  . .


 8/9

Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2012

Σημειώσεις Πρ.



άλλοι πληρώνουν τις επιλογές τους, άλλοι πληρώνονται για τις επιλογές τους και άλλοι μένουν με ένα κέρμα να παίζουν κορώνα γράμματα, μόνοι τους, κερδίζουν, χάνουν, μόνοι τους
στοιχημάτισε πάνω τους και σου χαρίζω ένα κουτορνίθι να σου χαμογελάει, να το βασανίζεις, να ρημάζει να το βλέπεις και να νιώθεις καλύτερα. . . ένα κρύο ντους μετά από σούρα να σβήσει τους κρατήρες μέσα σου, αυριανά μεροκάματα αόρατα, ένσημα ρουφιάνων,ο Εφιάλτης με τα χαρτιά του στα δόντια / σε τοίχο,΄΄ΚΑΝΕΙΣ ΕΞΩΓΗΙΝΟΣ ΔΕΝ ΘΑ ΜΑΣ ΦΑΕΙ ΤΙΣ ΔΟΥΛΕΙΕΣ΄΄, ξέρουμε από ευχές, το κεφάλι σου πέφτει και κυλάει, το σώμα υψώνεται όταν το μαλώνετε, οι καρδιές θα απεργήσουν για λίγο για καλύτερες συνθήκες ταφής / ο Παράδεισος απαλλοτριώθηκε και η Κόλαση έκλεισε λόγω γάμου. . . θα πας;


- ο χρόνος ο χρόνος μια πλάνη
μην δίνεις, μην παίρνεις θάρρος
άνεμος είναι και θα φύγει
δεν τον κρατάς 
γελάει μαζί σου

- άσε το ποτήρι
 πάνω μου
φύγε, θέλω ησυχία
τα μάτια μου 
λίγο 
δικό μου χώμα 
να χαζεύουν
μόνο θέλω.



Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2012

Πάστα Φλώρα


ο Mengele θα συμμετάσχει στην απεργία των Ιατρών; 
Και ήθελα να μου υπογράψει το καρδιογράφημα τότε στο ΑΧΕΠΑ.

Πόσα θαύματα και είδωλα πρέπει να καταρρεύσουν ακόμα για να ακούσουμε την πιο γλυκιά μουσική; Σιγά σιγά θα αρχίζουμε να μοιάζουμε οθόνες, θα μας χαζεύουν σαν υπνωτισμένοι μέχρι να χαλάσουμε. . . Αυτό είναι ο μύθος που δεν έχει να πει τίποτα όσο και να τον σκαλίσεις. . . Σύμβολα άχρηστα σε έναν αγώνα δρόμου που πάμε με τον κώλο. . . / Δάκρυα στους τοίχους τα συνθήματα και κραυγές για ντουβάρια με αυτιά, μια κούπα καφέ ελληνικό καϊμακλίδικο και στην μέση του ένα λοφάκι ζάχαρης, την αδειάζω, δεν έχω γεύση και έτσι χαμογελάω, γεννημένος όχι για περιπέτειες και σχόλια αλλά για ποδαρόδρομο. . .// Η αφηγηματική φυσαρμόνικα, φρέσκια από παλιά και τώρα γλυκά στην Προξένου Κορομήλα - Πάρε κόσμε, Πάρε κόσμε - στην Εγνατία με Αγίας Σοφίας, στο σημείο που ένας πρεζομένος με μαχαίρι απαίτησε το παλτό μου και μια σακούλα μπύρες στο κεφάλι του - τσακ μπαμ - απέδωσε δικαιοσύνη, κατεβαίνει ένας μόνο με το μποξεράκι του στήνοντας την μέρα στα τέσσερα και ακούω λίγο πιο κάτω ένα ζευγάρι γερόντια με σακούλες γεμάτες ζαρζαβάτια φωνάζει. . 

- Δηλαδή τι έννοεις;
- Δεν σ΄ αγαπώ.
- Μα είμαστε σαράντα χρόνια μαζί. . . Τώρα το κατάλαβες;
- Ποτέ δεν είναι αργά. . .
- Άντε πάμε σπίτι να φάμε.
- Πάμε.
και πάνε.
 
μπύρες φθηνότερες από ποτέ σε χέρια μικρά και γερασμένα 16 χρονών / παγκάκια ρεζερβέ αλλά κάπου θα βρεις να κάτσεις χωρίς κάποιος να σηκωθεί   / το κορμάκι σου μια πλατεία, μόνο εγώ κόβω εισιτήριο για να μπω και να κόψω κάνα φρούτο / δεν έχω γεύση αλλά μου φαίνεται νόστιμο και μόνο που δεν μου κάθετε στο λαιμό να με πνίξει. 

Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2012

Φλορ. Π.


με την κοιλιά μου οργώνω στρέμματα
σέρνομαι ανάμεσα σε δίκια
με το στομάχι μου καμένο τρύπιο
- ένα έλκος σε σχήμα καρδιάς
πίστα χορού και πεδίο μάχης
μια κυρά που ελπίζει ότι
απόψε δεν θα έρθεις -

η  Φλορ. Π. ξέρει


τρέχω μόνο μέσα μου
με διαβόλους με διαλόγους
οι πρώτοι άνεργοι
οι επόμενοι από το τίποτα
εκ τους ασφαλούς
στο ύψος των παραστάσεων


δεν πάω πολύ καλά, πάω εκεί που βλέπω
δεν πάω πολύ καλά, πάω εκεί που θέλω
από εκεί που επιστρέφεις
γιατί δεν είχες που αλλού να πας.





σημείωση για την Λουλ


τα βίτσια του πλανήτη Γη
μια Βίβλος με λάθη ορθογραφικά
να αλλάζουν την πλοκή
Θεός συνταξιοδοτημένος
Βασιλιάς που διαβάζει χαρτιά
με ονόματα και τις ανάγκες που
τα συνοδεύουν για να κοιμηθεί
συνεντεύξεις να πιστέψεις
τομάρια και όπλα στα συρτάρια
ανοιχτά μυαλά   κεφάλια ανοιγμένα
έρωτες αναπάντητοι και πατημένοι
ανταποκρίσεις, κλήσεις υπεραστρικές.


Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου 2012


με καταρράκτες συλλογισμούς  όλοι οι αποστάτες
να με δουν  να τους εξαφανίσω
να με αρπάξουν να τους λιανίσω σε όλους τους χάρτες
πιο ζωντανός από τις φωτογραφίες
πιο φασιαριόζος από τις λέξεις
μέχρι να με πιστέψεις
ότι υπάρχω
και πριν τις δώδεκα

μέχρι να σταματήσουν οι απανθρωπίες
να σηκωθώ από τον τάφο μας να βολευτείς
και τον μύθο σου να απλώσεις.


Τετάρτη, 12 Σεπτεμβρίου 2012

τρίχες



στον Brian Rivera

Ωραία ατμόσφαιρα, ωραία μουσική, πρόσωπα ευχαριστημένα, σώματα στημένα σαν τραπεζάκια γεμάτα ποτήρια και γλυκά. . . Κάποιος προσπαθεί να κρεμαστεί από τον πολυέλαιο μα δεν έχει σκοινί και νιώθει μόνος. . . Μια κοπέλα πεταμένη μπρούμητα στον καναπέ, δεν μπορεί να γυρίσει ανάσκελα. . . Έχει 16 μαχαιριές στην πλάτη, ένα ηλίθιο να την περιμένει, έναν ηλίθιο να την γαμάει και ένα νεκρό να την κάνει να γελάει. Oι θεοί είναι μαζί της όταν γδύνεται. . .

Παραδίπλα συζητούν για το μέλλον. Τους λέω, μια και συζητούν για το μέλλον, να πάει ένας να πάρει μπύρες για όπου να ΄ναι θα τελειώσουν. ΄΄Μιλάμε για την ζωή μας. . . μην μας ενοχλείς΄΄ λένε όλοι μαζί. . . Κτητικά κτήνη. . . Άκου ΄΄ζωή μας΄΄. Όλα δικά τους τα θέλουν και μετά κλαίγονται που πήρανε αρχίδια σκαλιστά. Άλλοι που δεν θέλουν τίποτα και τα παίρνουν όλα πεθαίνουν νέοι και τα καθίκια στέλνουν συλλυπητήρια.

Ένα πιτσιρίκι με το ΚΕΦΑΛΑΙΟ στην μασχάλη με χαζεύει και γελάει με το γένι μου. . . ΄΄Πως είσαι έτσι;΄΄. Τον πιάνω από τον ώμο, όπως κάνουν οι σύντροφοι στις ταινίες, του λέω ΄΄Ακολουθώ την τακτική του Λένιν. . .΄΄. Παγώνει. ΄΄Ποια τακτική είχε ο Βλαδίμηρος;΄΄. ΄΄Όταν η πεθερά του, του έσπαγε τα αρχίδια, για να μην την αρχίσει στις γρήγορες, τραβούσε το γένι του και ηρεμούσε.΄΄ Τον έχω κάνει αφίσα και βγαίνω στο μπαλκόνι. Εκεί υπάρχει ψυχαγωγία. Κεφαλοκλειδώματα, ανοιγμένα στόματα,  γλώσσες σαν πινέλα, πάνω κάτω, χέρια σαν πλοκάμια. . .
Με παίρνουν χαμπάρι. Ένας πιο ατσούμπαλος από ΄μενα γυρίζει και μου λέει ΄΄Δεν είχαμε βάλει στοίχημα ένα βράδι ότι αν δεν σου τηλεφωνήσει εκείνη η τρελή θα πέσεις από το μπαλκόνι;΄΄΄΄Ναι, το θυμάμαι. . . ήταν εκείνο το βράδι που βάλαμε στοίχημα αν θα ρίξεις αυτή την λέπρα δίπλα σου. . .΄΄. Η Λέπρα του ρίχνει μια γονατιά στα αρχίδια και φεύγει. Αυτός διπλώνεται και βογγάει. ΄΄Αααα. . .Μαλάκα. . .ωωχ. . . Μαλάκα. . . .΄΄. Φεύγω και εγώ με την Λέπρα. Έτσι είναι. . . Άμα σου λένε μαλακίες, απαντάς με μια καλύτερη μαλακία.

Μέσα στο σπίτι η ατμόσφαιρα δεν έχει αλλάξει. Πάω να ανάψω ένα τσιγάρο. Την στιγμή που σηκώνω το αναμμένο σπίρτο, μια φιλάρεσκη μαϊμού που έχει αγαπηθεί με όλη την πόλη εκτός από εμένα, χώνει την μούρη της στην μούρη μου. Η φλόγα της καίει λίγο την φαβορίτα. Τρέχει στην κουζίνα . Επιστρέφει με ένα ποτήρι νερό και με μπουγελώνει. ΄΄Συνήθως καίω καρδιές, όχι φαβορίτες. . . συγνώμη. . . ΄΄. Κοκκινίζει, με λέει αδερφή. . . ΄΄Με καμία κυβέρνηση. . . οι αδερφές έχουν γούστο. . .΄΄ της λέω. Φεύγει. Τρίχες. . . σκέφτομαι. Όπως και εκείνη. Μάλλον.


Σάββατο, 8 Σεπτεμβρίου 2012


ο Kong ήταν Βασιλιάς / ερωτευμένος
και τώρα πεσμένος σε ένα κρατήρα μέσα στην άσφαλτο

όλα είχαν τελειώσει και οι μπάτσοι πήγανε τον μαζέψουν
ενώ είχε την πιο όμορφη απ΄ όλες μέσα στις τέσσερις παλάμες του

οι κραυγές του ήταν ανυπόφορες 
αληθινές

α, και έπιανε πολύ χώρο.


Παρασκευή, 7 Σεπτεμβρίου 2012

4:21


- Έχει πολλά λεφτά αλλά με δέρνει. . . χωρίς λόγο. . . ούτε μια ξεφτιλισμένη δικαιολογία. . . στα καλά καθούμενα. . . χθες την ώρα που του πήγαινα την σούπα του, την πέταξε στα μούτρα μου. . . κάηκα. . . ούρλιαξα. . . εκείνος τότε πήρε μια παιδική έκδοση της Βίβλου άρχισε να διαβάζει. . . τι να κάνω;

- Μαγιονέζα. . .  ταιριάζει με πολλά πράγματα. . . χθες έφτιαξα ομελέτα με ότι είχα μέσα στο ψυγείο. . . σαλάμι αέρος, χτυπητή, κάτι αντζούγιες. . . ήρθε και ο Βασίλης και έφαγε. . . δεν είπε αν του άρεσε. . . έτρωγε αμίλητος. . . έτρωγε και έπινε την μπύρα του. . . μετά κατάλαβα ότι ήταν μεθυσμένος. . . ήταν τόσο καλός.. . . τόσο ήσυχος. . .

- Το αρχίδι. . .  Έχουμε ένα πέτρινο τασάκι σε σχήμα ταφόπλακας σπίτι. . . Θα τον κοπανήσω με αυτό και θα τον στείλω αδιάβαστο. . . Ξέρω ότι δεν θα τον κληρονομήσω, οπότε γιατί να περιμένω;

- Τα παιδιά με ρώτησαν αφού γύρισαν από το σχολείο γιατί ζούμε; Τους είπα να περιμένουν λίγο μέχρι να γίνει το φαΐ. . . Τελικά το φαΐ κάηκε, και πήραμε κάτι απ΄ έξω. . .

- Δεν μιλούσα. . . Υπήρχε καλή παρέα. . . Ένας μας περιέγραψε την κολονοσκόπηση που έκανε πριν λίγο καιρό. . . Τα έλεγε με τέτοιο τρόπο που κλαίγανε όλοι από τα γέλια. . . Είχα κάνει και εγώ αυτό το ντοκιμαντέρ εντός μου. . . Δεν μου φάνηκε τόσο αστείο.
- Και πόνεσε;
- Την πρώτη φορά. . . Στην δεύτερη σου αρέσει. . .

( . . . Η ζωή μου, η ζωή σου. . .Τα κόκαλα μου βαριά και ο λαιμός μου έχει πετρώσει από τα τσιγάρα. . . Ένα ποτήρι νερό Προχωράω στα μνήματα και αφήνω λίγα λουλούδια στον παππού. . . Είχα καιρό να πάω. . . Τα λουλούδια δεν του άρεσαν. . . Δυο τρεις φορές τον είχα πετύχει να χαϊδεύει ένα βασιλικό και ύστερα να μυρίζει τα χέρια του ευχαριστημένος. . .  Μετά έπινε ούζο. . . Το τσίπουρο δεν του άρεσε, ούτε η μπύρα. . . Στο μεγάλο σεισμό του ΄78 εδώ ήταν σε ένα καφενείο και είχε μπροστά του μια ένα μπουκάλι με μπύρα. . . Το μπουκάλι άρχισε να απομακρύνεται από αυτόν. . . Έπεσε στο πάτωμα. . . Ήταν γεμάτο και δεν είχε προλάβει να πιει. . .)

- Ακούστηκαν πυροβολισμοί το βράδυ. Βγήκα να δω τι έγι. . .
- Μαλακίες λέει. . . Πήγε και κλείδωσε την πόρτα και τα παράθυρα. . . Έβαλε και μουσική ο ηλίθιος. . .
- Μαλάκω....
- Όχι παίζουμε. . . Πες πες θα τα πιστέψεις και άντε να σε μαζέψω. . .

Χτυπούσαν την πόρτα και φώναζαν να ανοίξει γιατί θα τον σκοτώσουν. . . Είπε στην γυναίκα και στον μικρό να πάνε μέσα στο δωμάτιο και να κλειδώσουν. . . Έβγαλε το δίκαννο από το μπαουλοντίβανο, το γέμισε και άνοιξε την πόρτα.
Ο πρώτος μπήκε γρήγορα, χαμογελαστός  σαν να έμπαινε σπίτι του. Ίσως το νόμιζε έτσι. 
Του έριξε και με τις δυο κάννες στο κεφάλι και του τίναξε τα μυαλά. Ο δεύτερος λερωμένος με το αίμα του και τα μυαλά του πρώτου, μπήκε πιο γρήγορα μέσα και σήκωσε το μαχαίρι του. Έφαγε μια στα δόντια με την λαβή του όπλου και έπεσε κάτω, δίπλα στον φίλο του. Αλώβητος, ο μοναδικός όρθιος άνθρωπος μέσα στο διάδρομο, πήρε το μαχαίρι και έκοψε τον λαιμό του δεύτερου. Από μέσα ακουγόταν μόνο η τηλεόραση. Έπαιζε μια οικογενειακή κωμωδία. 
Πήρε τα δυο πτώματα και τα έβγαλε έξω από την αυλή του, στο δρόμο που δεν υπήρχε ψυχή. Γύρισε πάλι σπίτι του.


-  Μ΄ αγαπάς;
- Λίγο. . .
- Ε, εντάξει. . . λίγο από εδώ. . . λίγο από εκεί. . . 
θα τα βολέψουμε. . .