Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2011

ημερολόγιο ;



Θα σκίσω το πουκάμισό μου
και θα δείξω το στήθος μου στη σελήνη
και με απλωμένα τα χέρια
θα προσφέρω σε εκείνη που ψιχαλίζει το φως της πάνω στον κόσμο.


ποίημα του Ιωσήφ Στάλιν


παρμένο από το βιβλίο
ΤΑ ΥΠΕΡ ΚΑΙ ΤΑ ΚΑΤΑ
ΣΤΑΛΙΝ
Οι φάκελλοι Mondadori






προχθές -

με γύρισαν σπίτι. ήμουν καλά. ούτε τραύλισμα ούτε υπερβολικά συναισθήματα και τηλεφωνήματα εναντίον οποιουδήποτε. ηρεμία. είχε και λίγο αεράκι και όλα ήτανε υποφερτά. επιτέλους μια ωραία βραδιά με ωραίο τέλος. σε δυο ώρες ξημέρωνε. στην τηλεόραση είχε μια ταινία με τον νερόβραστο Bob Hope. το μόνο που άξιζε ήταν η Anita Ekberg - η σουμπρέτα του Fellini στο Dolce Vita. κατά τα άλλα μέτρια αστεία που θα μπορούσε αν είχε ταλέντο να τα απογειώσει. αλλά δεν είχε. ο Jack Benny θα τα κατάφερνε καλύτερα. πολύ καλύτερα. είναι μεγάλο ταλέντο να μειώνεις τον εαυτό σου για να γελάσουν οι άλλοι ενώ ταυτόχρονα παραμένεις σοβαρός ή καλύτερα να προσπαθείς να μείνεις σοβαρός.

τελικά είδα μια δίωρη συναυλία του Zappa στην Βαρκελώνη. άνοιξε την συναυλία με έναν ωραίο λόγο για τους απανταχού ισπανόφωνους. είχε ξημερώσει. ήμουν κουρασμένος. κοιτούσα τα βιβλία που ήταν στην βιβλιοθήκη. μια ματιά στην βιογραφία του Général De Gaulle - ο άνθρωπος χωρίς να έχει τίποτα στα χέρια του - ίσως μόνο την ευνοια του Στρατάρχη και μετέπειτα αντιπάλου του, Pétain κατάφερε να φτάσει εκεί που έφτασε - κάτι που τα τελευταία πενήντα χρόνια έχει γίνει καθεστώς μια ματιά να ρίξεις στις μούρες των από πάνω το καταλαβαίνεις αμέσως. μια ματιά να ρίξεις στις μούρες των από κάτω καταλαβαίνεις γιατί οι από πάνω είναι εκεί που είναι.


χθες -

συζήτηση στα Κάστρα. τα παιδιά χορτάτα, η Αγγελίνα δοκιμάζει τα μανιτάρια να δεί αν είναι δηλητηριασμένα για να φάνε οι υπόλοιποι. ρετσίνες ρετσίνες ρετσίνες, χρυσές και ποιοτικές. ο Θωμάς και η ευγένεια της ψυχής του. πρέπει να μάθουμε πολλά από αυτόν. μια παρέα δίπλα παρεμβαίνει στην συζήτηση - Να μην ακούτε ποτέ τους γονείς σας. . . και φέρνουνε ως παράδειγμα τον Σεχίδη. μάλλον εννοούσαν - ΚΑΝΤΕ ΤΟΥΣ ΓΟΝΕΙΣ ΣΑΣ ΝΑ ΣΩΠΑΣΟΥΝ ΜΙΑ ΚΑΙ ΚΑΛΗ. μετά ο Ντινάκος έρχεται με την κουρσάρα του και ακούει το Blind Love κάποιου άλλου Θωμά.

νιώθω να χάνω τον εαυτό μου πάλι αλλά όλα διορθώνονται. κιθάρα στην παραλία. ελληνικά και ξένα τραγούδια. ένα πρόγραμμα για όλη την οικογένεια. δεν ξέρω να τραγουδάω, ξέρω να λέω ιστορίες και συγκεκριμένα την ίδια κάθε φορά. απλώς αλλάζουν τα λόγια και τα πρόσωπα - όπως στην Τέχνη ένα πράγμα. τα παιδιά είναι καλά και γυρίζω στο Κορδελιό με τον Καλύτερο Φυσαρμονίστα των Πυρηνικών Δυτικών Συνοικιών.


σήμερα -

παράξενο ξύπνημα, φριχτοί πόνοι στην μέση, παυσίπονα γιοκ, διπλωμένος σαν σίγμα τελικό. πολλές μουσικές, πολλά υγρά και το απόγευμα ένα πανέμορφο μοβ και κίτρινο στον ουρανό. δεν μπορώ να κινηθώ με ευκολία. ξέρω όμως πως γράφεται το δίλημμα.

σε μια αγγελία γράφουν - Εμβολιασμένο και Παθιάρικο Πίτ Μπουλ χαρίζεται σε. . . κτλπ

μια άλλη - Ζητείτε ηλίθια για ντουέτο. . . κτλπ. . .




Σάββατο, 27 Αυγούστου 2011



βολεύει λίγοι αυτόχειρες
να υπάρξουν - αδειάζει
και ο χώρος

λίγες διάνοιες
και
λίγοι ανεγκέφαλοι
- για το άλλοθι μας

λίγοι πιστοί
να καθαρίζουν
για όλους
και κάποιοι
να γελάνε

ο παλιάτσος
όμως
είναι πάντα
ένας
μοναδικός
και μόνος

όπως
εσύ.

μπερντές


στην Μαρία - Ελευθερία ή Θάνατος


με την φλόγα που φωτογραφίζεις
με τις στάχτες που γράφω

ήθελε σε δυο μέρες να μάθει κιθάρα
η πρώτη γυναίκα που γνώρισε
να είναι και η τελευταία
να σταματήσει η παράνοια
και οι βλακείες
να βάλει μπουκάλια και
κέφια στην σειρά / να βρίσκει
κάθε μέρα ένα πακέτο έστω
με τα μισά τσιγάρα
κάπου σαν άνθρωπος
να τα μοιραστεί


με βήματα που δεν μπορείς να μετρήσεις / μια πίσω μπρος πορεία / και ο ρυθμός. . . μα όσοι πάθαινε κακά μεγάλα και σπάραζαν / και όσοι δάκρυσαν από τα γέλια / δεν κοίταξαν δίπλα τους - μόνο μπροστά, σαν οραματιστές απόλυτοι που δεν ξέρουν ή έμαθαν οποιοδήποτε κόστος.

κουβαλώντας τα πάντα. . . έτσι νομίζουν και εσύ να τεντώνεις τον μπερντέ να φαίνονται καλύτερα οι σκιές. . . και εγώ να μην πιστεύω στα θαύματα πια, να χαϊδεύω τις λεπτομέρειες και να χαίρομαι. . . σαν να μην συμβαίνει τίποτα.



Πέμπτη, 25 Αυγούστου 2011

μάχη + Τσίβο


πριν την μάχη

πριν τον χορό

ένα δάκρυ και μια γουλιά ακόμα / θα αντέξω / θα ξημερώσει και θα σηκωθώ έτοιμος για όλα / οι πικρές βαριές και φύγανε στο πάτο τον δικό σου όπου μόνο το φως δεν φτάνει /πάνω από στρατόπεδα τα αστέρια πάντα θα λάμπουνε / θα τα κοιτάζεις και κουρασμένη θα μετράς μέχρι να κοιμηθείς / θα διστάζεις θα διατάζεις τα όνειρα σου και όλα θα είναι στρωμένα μπροστά σου / τα κέφια σου θα χαροπαλεύουν


- άσε με για λίγο να πάρω από την ανάσα σου άσε με να ζήσω λίγο μέσα σου, δεν φοβάμαι, δεν αρρωσταίνω, μόνο σκοτώνω και γιατρεύω / το αίμα μου είναι καλά νοθευμένο / το μυαλό μου βράζει / τα μάτια μου σε σημαδεύουν και σε κάνουν να μισείς τα πάντα / αλλά ειλικρινά τώρα πες μου. . . έχεις ένα τσιγάρο;

- πάντα όταν έχω μόνο ένα μου ζητάς. . .

- χαχαχα. . . τότε έχει αξία / κλείσε αυτή την μαλακία. . .

- είναι η Καταιγίδα του Βιβάλντι

. . . .

Νίκο,

Ξημερώματα Μεγάλου Σαββάτου και όλοι περιμένανε να αναστηθεί / είχα κοιμηθεί στα Κάστρα / γαζωμένος το πρωί από την υγρασία κατρακύλησα να πάρω το λεωφορείο / ο ήλιος έκανε την εκνευριστική του εμφάνιση / και ήθελα να εξαφανίσω την πόλη / η πόλη όμως ήταν άδεια / δεν είχε ξυπνήσει κανείς / σειρήνες μπατσικών ούρλιαζαν / τα μαγαζιά ήταν κλειστά / δεν είχα τσιγάρα γιατί δεν κάπνιζα / είχα γυναίκα που είχε άντρα / είχα όμως μεγάλη υπομονή / η τραγωδία θα γινόταν κωμωδία και μετά θα έμπαινε στο αρχείο / καλά το είχε πει ο πατέρας σου ΄Όλοι ζούνε στον κόσμο τους΄΄ / ναι, το πίστευα / και είδα κόσμους να αγαπιούνται και να τα βρίσκουν στο τέλος / και είδα κόσμους να παλεύουν ποιος θα επικρατήσει / ποιος θα έχει την τελευταία κουβέντα / γελοίο όσο εκεί που δεν πάει / τα τελευταία λόγια είναι για αυτούς που δεν είπανε τίποτα στην Ζωή τους ή αυτούς που δουλεύανε μέρα νύχτα την υστεροφημία. Μερικοί βρίσκουνε την ζωή πεζή, όπου η μια απογοήτευση διαδέχεται την άλλη / αστείο. . . . / απλά, βαριούνται να περπατήσουν / και εσύ έχεις φάει δρόμους και δρόμους μέχρι τώρα. . . για αυτό δεν σε φοβάμαι. . . όσο διασχίζουμε τους δρόμους Νίκο, είναι δικοί μας - με τις λέρες και τις σκιές, με τις λέξεις και τις κραυγές που σκαλώνουν στο στόμα.




Τρίτη, 23 Αυγούστου 2011

Camarillo Brillo





She had that
Camarillo brillo

Flamin out along her head,

I mean her mendocino bean-o

By where some bugs had made it red


She ruled the toads
Of the short forest

And every newt in idaho

And every cricket who had chorused

By the bush in buffalo


She said she was
A magic mama

And she could throw a mean tarot

And carried on without a comma

That she was someone I should know


She had a snake for a pet
And an amulet

And she was breeding a dwarf

But she wasn't done yet

She had gray-green skin

A doll with a pin

I told her she was awright

But I couldnt come in

(I couldnt come in right then...)


And so she wandered
Trough the door-way

Just like a shadow from the tomb

She said her stereo was four-way

An I'd just love it in her room


Well, I was born
To have adventure

So I just followed up the steps

Right past her fuming incense stencher

To where she hung her castanets


She stripped away
Her ranchid poncho

An laid out naked by the door

We did it till we were un-concho

An it was useless any more


She had a snake for a pet
And an amulet

And she was breeding a dwarf

But she wasn't done yet

She had gray-green skin

A doll with a pin

I told her she was awright

But I couldnt come in

(actually, I was very busy then)


And so she wandered
Trough the door-way

Just like a shadow from the tomb

She said her stereo was four-way

An I'd just love it in her room


Well, I was born
To have adventure

So I just followed up the steps

Right past her fuming incense stencher

To where she hung her castanets


She said she was
A magic mama

And she could throw a mean tarot

And carried on without a comma

That she was someone I should know


(is that a real poncho...i mean
Is that a mexican poncho

Or is that a sears poncho?

Hmmm...no foolin ...)


4 για απόψε


1.

το μουνί της ήταν τάφος και δεν είχα να πληρώσω για να κοιμηθώ εκεί

το κεφάλι της προτομή εφιάλτη ή εθνάρχη

τα μαλλιά της θηλιές και κομποσκοινιά

η γλώσσα της να γλιστράει παντού


άτιμη ακριβή κατασκευή


καμιά εγγύηση και όλα με δόσεις


2.

να είσαι ξαπλωμένος, έτοιμος να ησυχάσεις

και από πάνω σου να ουρλιάζει να χτυπιέται να ιδρώνει

να σε χρεώνει ότι δεν μπόρεσες μες την απλότητα σου να

κάνεις / ήξερε περισσότερα από εσένα για ΄σένα


και εσύ με ένα εισιτήριο στο χέρι να ψάχνεις σε ποια

τρύπα της να το χτυπήσεις.


3.

κριτική


''θυμάσαι τους γιατρούς; θυμάσαι τα επισκεπτήρια 4 με 6; και τότε δεν κάπνιζες. . . ήσουν γερός και έξυπνος - τώρα είσαι γέρος και ηλίθιος, περιμένεις κάτι που δεν ξέρεις ούτε καν πως μοιάζει. . . μπαίνεις μέσα σε ζευγάρια και προσπαθείς να τους κάνεις να γελάσουν. . . δεν γελάνε όμως, είναι ευτυχισμένοι με όλες τις πλάνες και τα ΄΄νομίζω΄΄ τους. . . δεν σε χρειάζονται πια . . όταν οι άνθρωποι είναι ευτυχισμένοι ή δυστυχισμένοι δεν σκέφτονται τον δίπλα, τον πλησίον, τον ποιητή. . . στήνουν στην άμμο παλάτια και αισθάνονται σίγουροι πίσω από τα τειχη και την τύχη τους. . . εσύ βλέπεις το κύμα που θα τα σαρώσει όλα αλλά δεν μιλάς. . . γιατί είσαι πάνω στο κύμα και χαίρεσαι να βλέπεις την θέα.


πως να αντέχεις να ζείς μέσα στην επανάληψη;''


4.

κάρφωσε στο ασημένιο φέρετρο τις κακές σκέψεις

κεραυνοί αντί για αναπτήρα

ασθενοφόρο αντί για ταξί / απόψε. . . απόψε. . . απόψε. . . - τις μαλακίες κόψε και να είσαι έτοιμος να αφουγκραστείς ό,τι όμορφο θα περάσει από μπροστά σου / μην μιλήσεις και το χαλάσεις. . .

όχι όπως πάντα. . . ε;




Σάββατο, 20 Αυγούστου 2011

Γράμμα στον Σκορδά




γύρισα από το μνημόσυνο σου. εχθές φτιάχτηκα κάπως. . . κουρεύτηκα, μάζεψα λίγο τα γένια μου,συμμάζεψα το μυαλό μου όσο μπόρεσα. όλα αν θέλεις μοιάζουν ωραία. . . όλα αν θες μοιάζουνε με απολογία. . . και έχω γράψει πολλές απολογίες και το κατηγορητήριο πάντα δικό μου. . . κανείς δεν μπορεί, Παππού, να με κάψει, να με διαβάλλει, να με ρημάξει εκτός από εμένα. . . όλοι οι υπόλοιποι είναι ερασιτέχνες. . . απατεώνες. τρεις μεγάλους είρωνες γνώρισα. . . την Αντιγόνη που όλα τα έβλεπε με ματιά φαρμακερή και όταν ήθελε να πιει μόνο γινόταν αστέρι και γλυκιά. τον αδερφό μου, το πρωτότυπο και εγώ το κακέκτυπο, ο πιο ωραίος τύπος που γνώρισα ποτέ - και τον πατέρα μου/τον γιό σου που πολεμάει 1000 τόννους κούραση και ηλιθιότητα με το πιο πικρό χιούμορ - την Ειρωνεία. Αυτοί οι τρεις μέχρι τώρα. . .

διαβάζω Μπουκόφσκι. ωραίος και ένα μαλακισμένο καλοκαίρι μου έσωσε την ζωή. δεν το ξέρει, δεν θα το μάθει ποτέ εκτός αν τα πούμε κάποια μέρα σε μια διαφορετική διάσταση. υπάρχει μια παρεξήγηση με αυτόν. . . κάποιοι μουνοπανάδες αν διαβάσουν μια ιστορία που έχει μεθυσμένους/δυστυχία/χιούμορ/παρανοϊκές γυναίκες, πετάνε την κοτσάνα ΄΄α. . .Μπουκόφσκι΄΄ θα τους συμβούλευα πριν αυτοκτονήσουν να σκεφτούν ότι μεθυσμένοι και αλκοολικοί υπήρχαν πάντα, όπως και συγγραφείς που τους περιέγραψαν- ο Μεγάλος Επιληπτικός και Κουμαρτζής Ντοστογιέφσκι τους περιέγραψε ανεπανάληπτα. το θέμα είναι πως τους σερβίρεις στον αναγνώστη. . . ο Μπουκόφσκι το έκανε πολύ καλά. . . εμβαθύνει αλλά σε κάποιους αρέσει να περπατούν πάνω στην επιφάνεια της θάλασσας ως άλλοι ταχυδακτυλουργοί ή Μεσσίες.

δεν τα έμαθες αυτά, δεν σε ενδιέφεραν. 81 χρονών και ούτε μια ρυτίδα στο πρόσωπο. με μια Ναζλού από πίσω σου να σε προσέχει. κάποτε έβαλα έναν σταθμό στο ράδιο και είχε μια απαγγελία ενός ποιήματος του γραφώ-μέχρι-να-πεθάνω Ρίτσου για την Κύπρο. άκουγες μπερδεμένος μέχρι που ο Ρίτσος είπε το όνομα ΄΄Αμμόχωστος΄΄ και σαν να ανακάλυψες την Αμερική μου είπες ΄΄Για την Κύπρο, μιλάει.΄΄. μέσα ήσουν.

όταν μέναμε μαζί είχα αφημένα κάπου ένα πάκο με μουντζούρες δικές μου σκέψεις. μια μέρα βρήκα ένα μέρος από αυτές πάνω στο τραπέζι με έναν τέλειο μαύρο κύκλο στην πρώτη σελίδα. όταν σε ρώτησα πώς έγινε αυτό, μου είπες ότι δεν έβρισκες κάπου να αφήσεις το τηγάνι με τα μακαρόνια που ζέστανες και έτσι το άφησες εκεί. γέλασα. . . ήταν η πρώτη φορά που αυτά που γράφω είχαν κάποια πρακτική αξία.

η Αντιγόνη έλεγε ότι είσαι χαριτωμένος. εσύ έλεγες - όταν δεν ήταν μπροστά - ότι είναι μπεκρού και χαμένο κορμί. οξυδερκής ματιά για κάτι που σαν μυώψ που είμαι δεν μπορούσα να δω



τώρα ησύχασε


κοιμήσου.


άλλοι θα ταΐσουν


τα θηρία/που δεν


είδες ποτέ σου.





Πέμπτη, 18 Αυγούστου 2011

σπαράγματα ή το νόημα που μου πήρες 7



μας είχανε μοιράσει τουριστικούς οδηγούς για τα Γκούλαγκ στην Χαλκιδική, το τουριστικό γραφείο ΑΝΑΜΟΡΦΩΣΙΣ ήταν καλά οργανωμένο - του το κρατούσε σαν μικρόφωνο και άρχισε τις κραυγές, ήθελε σόλο καριέρα και επιτυχία σίγουρη - - τίτλοι: ΤΟ ΚΑΛΟ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΔΑΜΕ, ΚΑΤΑΡΕΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΡΕΣ, ΟΤΑΝ Ο ΧΑΡΙΤΟΣ ΓΑΜΕΙ / ΤΟ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΟ ΚΑΝΕΙ ΤΟΥΜΠΕΚΙ, ΜΑΖΟΧΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΔΕΕΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΖΩΗ, ΤΟ ΗΛΕΚΤΡΟΦΟΡΟ ΠΑΓΩΝΙ, ΓΙΑΓΙΑ, ΦΙΛΗ ΚΑΙ ΕΡΩΜΕΝΗ - - - της είχα δανείσει 25 ευρώ, μου χαμογέλασε, της είπα - Με άλλα πέντε πήγαινα σε επαγγελματία που ξέρει περισσότερες λαβές από σένα. . . και τότε σήκωσε ένα κηροπήγιο και κρύφτηκα κάτω από το κρεββάτι. . . - - - - κάποιοι φιλόδοξοι με τρύπιες καπότες, δεν σημάδεψαν σωστά και οι ανθρωπότητα αυξήθηκε ανέλπιστα - - - - - ένα βράδυ που άκουγα κυπριακό ροκ και το τηλέφωνο δεν χτυπούσε ούτε για λάθος, έφτιαξα ένα στένσιλ στο μέγεθος του τοίχου μου με την μορφή σου / έτσι και έγινε, όταν τέλειωσα ο τοίχος έπεσε και με πλάκωσε. - - - - - - από μικρός πίστευα ότι οι μικροαστοί είναι κάτι μικρά πλάσματα μέχρι ένα είκοσι ύψος και οι μισογύνηδες κάτι τύποι που φορούσαν από την μέση και κάτω γυναικεία ρούχα. . . τώρα που το ξανασκέφτομαι και βλέπω τα πράγματα με ώριμο μάτι, δεν έπεσα και πολύ έξω....


Τετάρτη, 17 Αυγούστου 2011

Katrin Oldjohn


- η δεσποινίς Γερογιάννη;

- Μάλιστα. . .

- Αν σας λέγανε Κακογιάννη θα
σας μετέφερα τα συλληπητήρια μου.


. . . φτηνό χιούμορ να αγοράσουν όλοι. ο Σκορδάς εκοιμήθει πριν 37 μέρες και ησύχασε η ψυχούλα του. πριν φύγει είχαμε μεγάλες στιγμές. . . Ο ΤΡΟΠΙΚΟΣ ΤΟΥ ΚΑΡΚΙΝΟΥ των πνευμόνων, τι Μίλλερ και μαλακίες. ο Ανταρτοπόλεμος που έκανε πενήντα χρόνια με την γυναίκα του τελείωσε. τώρα παίζω εγώ ανταρτοπόλεμο όπως τότε που ήρθες από την Κωλόγρια Αλβιώνα με ένα χαμόγελο σαν του Joker και έλεγες ΄΄ΗΡΘΑ. . . ΗΡΘΑ. . .΄΄. εγώ καθόμουν με ένα θείο μου στο Ziggy και προσπαθούσαμε να θυμηθούμε πόσες μπύρες ήπιαμε. στο τέλος κέρασε αυτός. έβγαλε ένα πενηντάρικο σαν κουβέρτα και το πέταξε στο μαγαζάτορα. εσύ είχες τρια λουκέτα στο παλτό σου και μέσα ένα θησαυροφυλάκιο εδώ η φαντασία του ποιήτη πάει περίπατο στην μολυσμένη δυτική Θεσσαλονίκη και οι εικόνες τα λένε όλα. μετά έφυγες. έμεινα με τον θείο να μιλάμε για τον Τουργκένιεφ, τον Σολζενίτσιν και για μια που τα βυζιά της ήταν κομήτες και έπινε όσο μια μοίρα πυροβολικού.

σκεφτόμουν κάτι σούρες ανεπανάληπτες κατά την έξοδο μου από το Προκοπίδη σπίτι μου πριν ή μετά απο καβγάδες και σύ από την πατρίδα του Βασιλιά Καρόλου του ΄Α της Αγγλίας που του έπεσε το κεφάλι στα χέρια του και του George Orwell που σήμερα γύρω από το σπίτι του υπάρχουν 32 κάμερες - ειρωνεία ε; - μου έστελνες ανταποκρίσεις για τον Eliot, για τον Kafka, για εκείνον τον χριστιανοναζί junky που έτρωγε κονσέρβες σκύλου. . . ανταποκρίσεις υπεραστρικές που με διασκέδαζαν αν σκεφτείς ότι τότε ήθελα να κάνω ένα σάλτο μορτάλε. ωραίες εποχές.

μετά έρχεται το παρελθόν και το μέλλον της ελληνικής λογοτεχνίας ( μην γελάς. . . δεν το εννοώ όπως νομίζεις) - καθόμαστε και βγαίνουμε φώτο. . . τρομακτική. και οι τέσσερις είμαστε ξεχωριστοί άνθρωποι. . . ικανοί για τα πάντα. . . η δουλειά όμως στραβώνει συναντιόμαστε όλοι μαζί. σαν να βάζεις σε ένα ποτήρι ξύδι, νέφτι, μουρουνέλαιο και αίμα - δεν πίνεται αυτό το πράγμα.


μια μέρα ξέρασα αίμα. ο γιατρός μου είχε στον τοίχο του το πορτραίτο του Herr Josef Rudolf Mengele. τον έβλεπα να με κοιτάει από το κάδρο του και να υπολογίζει πόσα κιλά σαπούνι θα έβγαζε από εμένα ή να μου κάνει πειράματα για να μείνω έγκυος ο γιατρός μου είπε ότι θα ζήσω. του είπα να βάλουμε ένα στοίχημα για αυτό. δεν το κατάλαβε. έφυγα από το ιατρείο νικητής. στο περίπτερο αγόρασα μια μπύρα. ήπια μια γουλιά και την πέταξα. νομίζω ότι κάποιος την βούτηξε από κάτω και ήπιε όσο είχε μείνει. ΄΄πέφτουνε οι μάσκες και μετά ακολουθούν τα μούτρα΄΄ σκέφτηκα. το Fur Elize δεν ακούγεται από τους υπονόμους. όλα στο κεφάλι μας είναι. η αντικειμενικότητα είναι ΣΚΑΤΑ. . . αλλά η ζωή είναι ωραία.

το αποδεικνύεις κάθε μέρα
το βλέπεις απο το Φεγγίτη




αλισβερίσι

με την ρουφιάνα
μελαγχολία;
αλισβερίσι με εκείνα
που σε κάνουν
να ξεχνάς για λίγο;

άντε γαμήσου
και φέρε μου
ένα ποτήρι
νερό / να σε
πιστέψω να
σε χαρώ

τώρα
σέρνω μανούλα μου
την κοιλιά μου ιδρωμένη
και σε κυνηγώ / σου χαρίζω
ένα φιλί και μου γδέρνεις
την ψυχή

και πάλι από την αρχή


το όνειρο το λέγανε
Αγγελίνα / ναι, υπερβολή /
το γέλιο το λέγανε Σκορδά

και τώρα όλα δεν μοιάζουν
με πρωινό ξύπνημα

μα μια ψάθινη καρέκλα
μια εξάδα μπύρες
λίγη γυμναστική

και στους έχω όλους
έτοιμους να προσκυνήσουν.



Τρίτη, 16 Αυγούστου 2011

ρεσιτάλ



σε ποιόν ανήκει το χιούμορ; σε εκείνον που στο πρώτο βήμα είναι στην τραγωδία, στο επόμενο στην κωμωδία. . . παράξενο μονοπάτι. . . κάποιοι πιστεύουν στο ΄΄δυο βήματα μπροστά, τρία πίσω. . .΄΄ / αυτά τα προμελετημένα εγκλήματα με μια κρούστα πρωτοβουλίας από πάνω τους. . . πως με διασκεδάζουν / όμορφη κυρία άνευ χρώματος και ταιριάζει απόλυτα με τον καναπέ / ένα τσογλάνι στις πλατείες - πριν πάνε διακοπές - μου είπε ΄΄Εσύ δεν θα ΄ρθείς στην πορεία; Βολέψου στον Καναπέ σου΄΄ / ΄΄Δεν έχω καναπέ ρε. . . ΄΄ / και οι πορείες ξεκινούσαν για να καταλήξουν στο ίδιο σημείο / και όλα πως μοιάζανε να έχουν ξαναγίνει / αλλά δεν θυμόμαστε.


οι βιβλιοθήκες φίσκα στους κλασσικούς και στις γεροντοκόρες / βογγάνε τα ράφια / το τηλέφωνο χτυπάει - Ο ΔΟΚΤΩΡ ΜΕΝΓΚΕΛΕ ΘΑ ΣΑΣ ΔΕΧΤΕΙ ΑΥΡΙΟ. . . . και ένας πίνακας από την πρώιμη εποχή του Χίτλερ στο τοίχο. Τα παιδιά από την Βραζιλία και Αργεντινή Ξανάρχονται. . .


Μα θέλω να πάω μια βόλτα
οι δρόμοι είναι για αυτό
φτιαγμένοι / εσύ να
αναρωτιέσαι που θα φτάσουμε

δείχνω το κεφάλι μου
χαϊδεύω το δικό σου

όλα εκεί είναι, αγαπούλα

ξύνεις το κεφάλι σου
χαμογελάς

δεν ξέρω τι να πω
και σου μιλάω
για εκείνη την
φωτογραφία
του Ζάππα στον Μπιντέ
ή για τον Ταχτσή που
τραγουδούσε ένα
του Κολοκοτρώνη
΄΄η κοινωνία με κατακρίνει΄΄

με κοιτάς
΄΄είσαι σοφός΄΄
΄΄η γνώση και οι λεπτομέριες
δεν είναι σοφία''
΄΄τι είναι η σοφία;΄΄
( τι ωραία βυζιά....)
΄΄η Σοφία; να πάρεις τον κώλο
σου και να φύγεις / όταν σε
σημαδεύουν ΄΄
''αααααχ΄΄

όμορφο απόγευμα

θα υπάρχει κάτι
να το χαλάσει
αλλά ας κάνουμε
ότι δεν ξέρουμε

είμαστε κινούμενα
σχέδια / δεν πεθαίνουμε
εύκολα.


- - -

η Θεσσαλονίκη πια είναι ένα ψέμα / σε κερνώ ένα καφέ - ομολόγησε τα όλα / τα καυλωμένα και εκείνα που έχουν διάρκεια και αγάπη / σαν λόγος ευαγγελικός, σαν κείμενο του Χειμωνά του πανέμορφου Γιώργου. . .

είμαι μόνος σε ένα δωμάτιο - γελάω με τους καταραμένους που βρίζουνε την άδικη μοίρα τους, γελάω με τις μετριότητες που βλογάνε τα γένια τους - έχω και εγώ γένια.... σας περισσεύει λίγος αγιασμός;

είμαι και ήμουν πάντα μόνος - όλοι είχανε κάπου να χύνουν, να σπαράζουν, να κάνουν τραμπάλα με το έτερον ήμισυ τους, να διεκδικούν αόρατα δικιά, να πέφτουν στο κρεβάτι και κάποιος/ κάποια δίπλα να τους ζεσταίνει ή να τους βαραίνει. . .

είμαι μόνος κερνώ χρυσά πανάκριβα γλυκά / ελάτε να πάρετε / η ανιδιοτέλεια δεν είναι επιστημονική φαντασία. . .

σπαράγματα ή το νόημα που μου πήρες 6


στα μπορντέλα κάνουνε έκπτωση στους προσφάτως χωρισμένους / και με μια μικρή επιβάρυνση στην βασική τιμή, ο πελάτης μπορεί να αποκαλεί την επί πληρωμή παρτενέρ με το όνομα της πρώην συντρόφου του. . . -


- Δεν μπορείτε να μπείτε με τις μπύρες μέσα;

- Γιατί;

- Μπορεί να θέλεις να τις πετάξεις στον τραγουδιστή.

- Γιατί, τόσο άσχημα τραγουδάει;

- Έλα τώρα μην με κουράζεις. . .

Δεν θέλω να κουράσω κανέναν, φεύγω πίσω, ανοίγω το πρώτο κουτάκι, το καθαρίζω κάπως γρήγορα, το δεύτερο πιο γρήγορα, το τρίτο δεν άξιζε τέτοια συμπεριφορά. Μια κοπέλα λίγο πιο πέρα μοίραζε διαφημιστικά φυλλάδια. Την πλησιάζω.

- Θέλεις να την πιεις;

- Θέλω, αλλά γιατί δεν την πίνεις εσύ;

- Ήπια δύο μέσα σε 2 λεπτά, φούσκωσα, και ο μαλάκας στην πόρτα δεν με αφήνει να μπώ με την μπύρα γιατί λέει ότι θέλω να την πετάξω στον τραγουδιστή.

- Γιατί, τόσο άσχημα τραγουδάει;

- Έλα, ντε.

- Καλά. . . Φέρε την.

- Οριστε.

Την ανοίγει και τραβάει μια γερή. Την καθάρισε αμέσως. Καλά την έκοψα.

- Ααααχ. . . να ΄σαι καλά.

- Τίποτα. . .

- Δεν θα πας στην συναυλία;

- Ναι. . . Μάλλον θα πάω. . . μήπως ξέρεις το Camarillo Brillo;

- ε;


- - έπαιζε το Βlue Monday / εμείς παίζαμε τους ηλίθιους με επιτυχία / με μεγάλη επιτυχία / κάποιος μας μοστράριζε τις απόψεις του / κάποια τα στήθη της / ψηφίσαμε τα στήθη / σαν φελλοί στην επιφάνεια χαζεύαμε τον πάτο με νοσταλγία / πράγματα που δεν ζήσαμε / πως τα θαυμάσαμε χωρίς να μασάμε / πως μας είχαν εντυπωσιάσει / δεν στεκόμασταν στις αναλύσεις / οι αναλύσεις είναι για τους ουρολόγους / έτσι λέγαμε, έτσι πιστεύαμε / ελεύθεροι μέσα σε τέσσερις τοίχους έτοιμους να μας πλακώσουν / 16 του μηνός και κάποιος που θέλει - αλλά δεν μπορεί να κάνει - πλάκα εύχεται ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ / και η Φελάχα μας έφερε το τσάι κρύο. . .



Δευτέρα, 15 Αυγούστου 2011

Χρόνια Θολά


στους ευνουχισμένους
δεν λείπει τίποτα
ουσιαστικό

χωρίς ψωλή
με φωνή ψιλή
σου λένε καλημέρα

τους πιστεύεις

στους ερωτευμένους
λείπει κάτι παραπάνω
από που πιστευούν ότι
έχουν δίπλα τους

πάντα

το ξέρεις


πικρά, βαριά τσιγάρα
να σπάνε στις τσέπες
μου / όπως οι σκέψεις
στο κεφάλι μου / όπως τα
μπουκάλια σου στο κεφάλι
μου.


ξέχασα να σου
πω χρόνια πολλά φέτος
και οι μικροί θεοί με φτύνουνε

σου λέω να χορέψουμε
χωρίς να μιλάμε
ή να κοιτιόμαστε

το φιλί αναβάλλεται

μέχρι οι αίχμαλωτοι
να σφάξουνε
τους Σαδιστές
που βάλανε στο
μάτι.

κεφάλι καζάνι / κεφάλι Κοζάνη


μια βιβλιοθήκη να διαβάζεις μια ζωή / είχα και ΄γω κάποτε αλλά την αντάλλαξα / με την ΠΡΟΔΟΜΕΝΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ / μια μερακλού την έκανε 1.000 προνομιακά και ποινικοποιημένα τσιγάρα / μια βιβλιοθήκη ενός ποιητή, ένα κρεβάτι, τσίπουρο, μεζέδες - καλή καρδιά - αυτό είναι φιλοξενία.


όλα είναι κατανοητά / σαν κουρασμένοι πορνό σταρ σαν κάτι ωραίους τύπους που σου δίνουν την θέση τους στο λεωφορείο επειδή θα κατέβουν στη επόμενη στάση / οι καλοί άνθρωποι μόνο στις φωτογραφίες / η μουσική όταν βουλώνουν τα στόματα και το ένα σώμα τρίβει το άλλο - πάντα το ένα. . . .

και μετά όλα είναι Νύχτα - ένα τσούρμο ανώμαλοι αλλά δεν θα τους δεις και ας πλήρωσες για όλη την παράσταση.

δεν πονάω αρά δεν νιώθω. . . ήταν το επιχείρημα πριν αρχίσουν να τον χτυπάνε / ένιωθε ότι είχε δίκιο / ο πόνος ήταν λιγότερος / ο κόσμος περισσότερος / ένα τμήμα της αριστεράς με κέρασε δυο μπύρες ενώ ο Στάλιν ήταν Νεκρός. . . μια Δήμητρα που δεν περιμένει την Περσεφόνη μετά το τετράμηνο καλούπωμα στον Άδη, μια Πηνελόπη που δεν περιμένει τον Οδυσσέα μετά από 10 χρόνια μαλακισμένο ράβε - ξήλωνε

Καλογήρου: ΚΛΕΙΣΕ ΤΑ ΦΩΤΑ. . .

Σκορδάς : Ανάσταση ή Αναστασία, έχουμε;

όλα είναι κατανοητά / τα παιδιά / τα καλύτερα παιδιά με λεμονάδα και μπάσταρδο ούζο / σε ένα νησί να επιπλέει σαν παγάκι στο ποτήρι πριν λιώσει / παιδιά με ποτήρια στα χέρια - όλες οι μαλακίες δικαιολογούνται, αρκεί να χρησιμοποιείται προφυλάξεις και να κοιτάτε που και που όποιον ήπιε τον απότιστο και μετά πήγε / ή τον πήγανε να κοιμηθεί.



η Κοζάνη τελικά υπάρχει. . .


υ.σ. τα Μουνιά και Μπύρες άνοιξανε και σας περιμένουν.

Σάββατο, 13 Αυγούστου 2011



ο νταβατζής μες το κεφάλι
να μοιράζει την τράπουλα
στο εκλεγμένο λεχάρι

στην ρεσεψιόν να κλέβουμε
καραμέλες / και υστερικές
νυμφομανείς να ουρλιάζουν
΄΄Αγαπώ τα αρχίδια σου΄΄


καυτές πουτάνες
καυτές ειδήσεις
καυτές λεπτομέριες
καυτές στολές
καυτές θυσίες

ξαναμετράω ό,τι έχασα
και όλα φαίνονται
περισσότερα
ξαναμετράω και είναι
όλα απόλυτα


΄΄οταν το καυλί μου μιλήσει
αντικλείδι δες το για τις πύλες
του παραδείσου / και όσες αυτόματα
σαν σουπερμάρκετ θύρες
ανοιγοκλείνουν τα
πόδια τους θα είναι μουσική
αναμονής σε αίθουσες λίγο πριν τον
θάνατο΄΄



Σημειώσεις



στον Βασίλη Καλογήρου


σαν Βασιλιάς σαν Σκορδάς
χωρίς στέμμα και μετά την
συναυλία κουρασμένος
ως ψυχή εξατμισμένη
να θολώνει τα μάτια
και τα γυαλιά

το μυαλό μοιρασμένο
σε δυο δωδεκάωρα
το σώμα από χώμα
και με λάσπες
ζωγραφισμένο
ευτυχισμένο


να σε ακούω
να παρακαλάω
να φωνάζω
να κλαίω

κανείς;


παξιμάδι και κρασί
απόψε / όλη η σαβούρα
έφυγε / Αύγουστος, ναι,
μα ο γελωτοποιός δεν
απεργεί ποτέ.

αν το καριολίκι
φωσφόριζε
τα πράγματα
θα ήταν πολύ
εύκολα



. . . . . . .


- πόσους έχεις θάψει;

- ε τι να κάνω. . . αγάπησα πολύ στην ζωή μου. . .

. . . . . .

η Νεραϊδα της Παροναξίας
εκπαιδεύει ποντίκια
και κατσίκες
η Κόμισσα του Βόλου
καβαλάει κύματα
ο Γκουρού της Κοζάνης
πίνει πάντα από
το ίδιο βαρέλι

. . . . . .

ήπια μια θάλασσα και τα κέφια πλατσούριζαν
με μια κάλτσα στο κεφάλι - με μια σάλτσα στο στόμα

. . . . . .


πλατεία Ομονοίας λιγό μετά την συναυλία στο Ρόδον στην Καλλιθέα

ένας μαυρούκος με πλησιάζει και μου λέει - ΚΟΚΑ. . . ΚΟΚΑ
Coca Cola ανταπαντάω

μετά ένας πενηντάρης μαλάκας ντόπιος
μου λέει - 17χρονη Τσέχα του γάλακτος όλο το βράδυ μαζί σου με 40 ευρώ.
του λέω - ΑΓΑΠΑΩ.
μου λέει - ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΓΑΠΗ.
του λέω - ΔΕΝ ΓΑΜΙΕΣΑΙ. . . .

αλλά δεν θυμάμαι που είναι τα Εξάρχεια
και ρωτάω κάτι αστυνομικούς που χαρούμενοι
και πίνουν χυμό - ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΕΞΑΡΧΕΙΑ;
με μάτι περίεργο με ρωτάνε - ΕΙΣΑΙ ΤΟΥ ΚΥΚΛΩΜΑΤΟΣ;
απαντώ - ΟΧΙ, ΑΠΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΕΙΜΑΙ
με ρωτάνε πάλι - ΠΕΤΑΣ ΠΕΤΡΕΣ;
απαντώ πάλι - ΣΤΗΝ ΘΑΛΑΣΣΑ ΝΑ ΚΑΝΩ ΄΄ΨΑΡΑΚΙΑ΄΄
γελάνε. . . . σκέψου, έκανα και μπάτσους να γελάσουν.
μου δώσανε οδηγίες και έφτασα σε πέντε λεπτα. . . .
να ΄ναι καλά οι αργόσχολοι.


. . . . . .

η Αθήνα. . . πήρα ταξί και βγήκα στην Σωκράτους. Όλες οι Ενωμένες Πολυεθνικές Δυνάμεις. Τόσοι πολλοί Άραβες που μύριζε πετρελαιο. Η Ευριπίδου γεμάτη μαυρούκες και ο Ευριπίδης δεν έγραψε ποτέ τίποτα για μια μαυρούκα. . . και η τραγωδία πάντα δυο βήματα μπροστά από την κωμωδία.

. . . . . .

ο Σκορδάς να μπαίνει στις έξι το πρωί στο δωμάτιο. εγώ με την Αλκοόλα οριζοντίως να κάνουμε όνειρα. . . προχωράει. . . παίρνει τις παντόφλες του και όπως βγαίνει, λέει ''ΚΑΝΤΕ ΠΑΙΔΙΑ ΜΟΥ ΤΗΝ ΔΟΥΛΕΙΑ ΣΑΣ΄΄

Σκορδάς Über Alles

Παρασκευή, 12 Αυγούστου 2011

λα λα λα λα λα λα λα


ακόμα και οι εξωγήινοι είναι υπέρ της Αποποινικοποίησης / τα μουνιά και μπύρες έκλεισαν / δεν έχω πεθάνει ακόμα / και όποιος πειράξει την Αγγελίνα θα μετράει στην χούφτα του δόντια / νιώθανε όλοι τόσο σημαντικοί που δεν βλέπανε τριγύρω τους / εγώ ήμουν μεθυσμένος / χωρίς να τα ξέρω όλα / τα έβλεπα όλα / και χώριζα και μετρούσα / δυστυχισμένος σαν ηλίθιος / χαρούμενος και ζωντανός σαν ρόλος / πετάω μπουκάλια στο αέρα / πέφτουν σπάνε και τα νιώθω / στην άσφαλτο χιλιάδες γυαλάκια και πτώματα / και χορεύω ένα ΄΄βαλς για δολοφόνους΄΄ μόνος / κερνάω ζαχαρωτά πανάκριβα / με την δικαιολογία ότι είμαι ΠΟΙΗΤΗΣ / κερνάω μπύρες σε όσους γλύφουν τα χείλια τους / νιώθω σαν ξεκούρδιστη λατέρνα που κάποιοι / λίγοι περαστικοί πετάνε τα ψιλά που δεν έχουν ανάγκη / διψασμένος για έρωτα / πεινασμένος για ένα ΄΄τι κάνεις;΄΄ / σκληρός σαν πλαστελίνη / πιστός σαν σκύλος που δεν μυρίζει την φόλα / στέκομαι στα Κάστρα που κάποτε πέθανα / και όλη η πόλη μοιάζει με αστείο / όλα πως σου μοιάζουν όταν σκαλίζω τα συντρίμμια / όλα πως διαφέρουν όταν ζητάω λίγο ουρανό / θα πεθάνω και ένα ΄΄Σ΄ αγαπώ΄΄ δεν θα ακούσω / δεν πειράζει / ούτε περήφανος / ούτε εγωιστής / τα μεγάλα βυζιά θα βόσκουνε / τα σαρκώδη χείλια θα θέλουνε πάντα κουτόχορτο / και ο Σκορδάς θα ζητιανεύει / και ο Σκορδάς θα βρίζει πουτάνες που δεν υπάρχουν / γιατί και εκείνος δεν υπήρξε.



Τρίτη, 9 Αυγούστου 2011

εις υγείαν



με πλησιάζεις και μου λες ότι μοιάζω με τον Σαββόπουλο, σου λέω ΄΄ενα λεπτό να κρεμαστώ από τις τιράντες μου. . .΄΄, γελάς και κάπου το κακό πεθαίνει, κοιτάζω το ποτήρι σου, είναι γεμάτο χυμό ροδάκινο και δυο τρία παγάκια μέσα του χορεύουν - κλινκ κλινκ κλινκ - κοιτάς το ποτήρι μου, είναι άδειο, ήταν πολλές φορές άδειο αυτό το βράδυ, προσφέρεσαι να το γεμίσεις, ρωτάς ΄΄Τι θέλεις να πιεις;΄΄, σου λέω με μια τρίτη σκέψη - η πρώτη βότκα, η δεύτερη βότκα, - ΄΄Βότκα΄΄. Φεύγεις. Σκέφτομαι ότι δεν θα ξαναρθείς, στοιχηματίζω σε αυτό και χάνω. Επιστρέφεις και μου δίνεις το ποτήρι. ΄΄Έβαλα και λίγο χυμό ροδάκινο΄΄. Χαμογελάω. . . αυτές οι πρωτοβουλίες που κυβερνάνε τον κόσμο. ΄΄Θέλεις λίγη βότκα;΄΄, ΄΄ΟΟΟΟΟΟΟχι. . . το έχω κόψει εδώ και ένα μήνα. . .΄΄. Μου φαίνεται παράξενο αλλά σε πιστεύω. Αυτό δεν έχει και πολύ σημασία, μπορώ να πιστέψω τα πάντα. Κάποτε κάποιος μου είπε ότι σε όσα μαγαζιά έχουν μαρκίζα που γράφει ΑΝΘΗ ΦΥΤΑ ανήκουν σε κάποια Ανθή Φύτα. Το έφαγα και εντυπωσιάστηκα από το πόσα μαγαζιά έχει αυτή η κυρία. Το θέμα όμως τώρα ήταν σοβαρό και προσπαθούσα να ανασυνταχτώ για να τα πούμε. Δεν χρειαζόταν. Ήσουν δίπλα μου. Ήμουν δίπλα σου. Μπορεί ο κόσμος να καταστρεφόταν ή να είχε ήδη καταστραφεί. . . εσύ όμως χαμογελούσες και ερχόσουν με φόρα να μου σερβίρεις μια ζωή με πολλά παγάκια την ώρα του γαμημένου καύσωνα.


σπαράγματα ή το νόημα που μου πήρες 5


ένα παιχνίδι που όλοι κερδίζουν - οι χαμένοι όσοι δεν προλάβανε να παίξουν / ή ένα δωμάτιο γεμάτο νοσοκόμες χωρίς ηθικές αναστολές και εσύ μαστουρωμένος από τα παυσίπονα να τις φλερτάρεις - πόνος αδιάκριτος και δημοκρατικός και ένα στένσιλ στον τοίχο να λέει ΄΄ΞΕΠΡΟΣΤΥΧΕΨΤΕ΄ -΄- δεν μπορείς να επαληθεύσεις αυτά που γράφεις / αφού τα γράψεις / εκτός αν είσαι ο Καρυωτάκης ή εκείνος με τον Κολοβό Μουστάκι ( Celine «Είναι τελειωμένος ο άνθρωπος με το μουστάκι») / η διαφορά είναι ότι ο πρώτος σκότωσε τον εαυτό του / ενώ ο δεύτερος έκανε ότι ετοιμάζουν τώρα οι εκλεγμένοι Πατέρες μας. - - - του Κόσμου ο Μεγαλύτερος Αμαρτωλός.

Δευτέρα, 8 Αυγούστου 2011

''I'll be the flowers / After you're dead'' *


1.

δεν πήγαμε πανεπιστημίο να περιμένουμε την αποποινικοποίηση και να αφήσουμε ελεύθερο επιτέλους το πάθος μας για ζαλισμένη οικολογία.

- είσαι αλκοολικός.

- είσαι ηλίθια.

ήπια πολύ - το συντακτικό μου ήταν σωστό, η άρθρωση σαν αρθρώσεις σκουριασμένες, τα νοήματα μπερδεμένα, η Fire-stone που την έχω απο την δευτέρα λυκείου γεμάτη άπλυτα και μπύρες. . . σαν ένα κεφάλι μουδιασμένο / σαν να σε βρίσκει κάτι που δεν περιμένεις. . . καλό ή κακό δεν έχει σημασία. . .


- μην πίνεις, ιδρώνεις και βρωμάς.

- και εσύ. . . οπότε είμαστε εντάξει.


2.

ζύγισες όλα τα όμορφα, πήγες να κάνεις την σούμα, έκανες λάθος, είπες ΄΄αργόσχολο μαλακιστηρι΄΄ και αυτό γιατί περπατούσα ξυπόλυτος πάνω στα σανίδια του σπιτιού σου και βαρύς όπως είμαι, τα σανίδια βογγούσαν. Ξύπνησες και μου πέταξες ένα άδειο μπουκάλι που είχε αφημένο στο κομοδίνο. Γύρισες μετά πλευρό και κοιμήθηκες.


Στάθηκα στις φωτογραφίες σου. Σε μια απο αυτές καθόσουν στην μέση μιας παρέας κρατώντας μια κιθάρα. Οι υπόλοιποι χειροκροτούσαν. Σε μια άλλη ήσουν μόνη πάνω σε ένα βράχο και κάπνιζες. Φορούσες ένα ροζ μαγιό. Φαινόσουν κουρασμένη. Η φωτογραφία πρέπει να τραβήχτηκε δυο τρεις μήνες πριν με γνωρίσεις. Χειμώνας ήταν όταν με γνώρισες, θυμάμαι. Κατέβαινα πεζός την Εθνικής Αμύνης με ένα μπουκαλάκι στυφό κρασί στην τσέπη του παλτού μου. Καιγόμουν. Άνοιξα το μπουκάλι και τράβηξα μια γερή. Ένα τσούρμο φοιτητές με κοίταξαν με περιφρόνηση. Θα τους είχε τελειώσει η φούντα και θα ζήλευαν το κρασί μου. Ανταπέδωσα την ματιά και συνέχισα. Μπήκα στην βιβλιοθήκη και πήρα τα Άπαντα του Καρούζου, τον πρώτο τόμο και έκατσα στο αναγνωστήριο. Κάποια στιγμή μια κοπέλα με μαύρο κολαν και ένα ροζ μπουφάν μπήκε στο αναγνωστήριο. Έβγαλε το μπουφάν, πήρε τα άπαντα του Λειβαδίτη και κάθισε δίπλα μου. Διάβαζε με τόση αφοσίωση που την ζήλεψα. Σηκώθηκα και έφυγα γιατί ένιωθα άβολα. Το ντεκολτέ της είχε ανατρέψει όλες τις σκέψεις μου για τον Καρούζο. Βγήκα έξω και αποτελείωσα το κωλόκρασο. Ένιωθα το στομάχι μου να καίγεται. Αγόρασα από το περίπτερο απέναντι από το θεατρό Αριστοτέλειον τρεις μπύρες. Ο περιπτεράς, ένα παλικάρι 25 χρονών είχε σπασμένο χέρι. ΄΄Πότε το έσπασες;΄΄, ΄΄Πριν λίγες μέρες. . .΄΄, ''Μικρός είσαι, θα γιάνει γρήγορα''. Πλήρωσα και πήγα στην παραλία. Δεν ήταν κανείς εκεί, πράγμα λογικό με τέτοιο κωλόκρυο. Έκατσα στα σκαλοπάτια μπροστά στην θάλασσα και άνοιξα την πρώτη μπύρα. Ήρθες και έκατσες δίπλα μου. ΄Έχεις τσιγάρο;΄΄. Δεν είχα. Δεν κάπνιζα τότε. ''Καλά, θα σου στρίψω εγώ΄΄. Έστριψες και μου ζήτησες μια μπύρα για να μου το δώσεις. Δεν ήταν δίκαιο αλλά σου έδωσα. Την ήπιες με δυο γουλιές. Ζήτησες με νάζι και την άλλη. Στην έδωσα. Μετά μια ώρα είχα αγοράσει αλλές 12. Τις μοιραστήκαμε χριστιανικά. Έφυγες. Προσπάθησα να θυμηθώ με ποιο λεωφορείο μπορώ να γυρίσω σπίτι. Θυμήθηκα και πήγα να το πάρω. Στο δρόμο αγόρασα άλλες δυο μισόλιτρες μπύρες. Μέχρι να φτάσω σπίτι, θα τις είχα πιεί. Δεν ένιωθα πολλά πράγματα. Στο λεωφορείο κάποιος μάλωνε την κοπέλα του, της φώναζε σε κάποια ξένη γλώσσα αλλά μπορεί και να μιλούσε ελληνικά. Άλλη μια ιστορία αγάπης μέσα στα μέσα μαζικής μεταφοράς, θεατής ο Σκορδάς και ο ελεγκτής τρομαγμένος να μην τους πλησιάζει να κοιτάξει τα εισιτήρια. Ωραίο κόλπο. Πολύ ωραίο.

Πλησίαζα στο σπίτι και τραγουδούσα. . .

I'll shoot the moon
Right out of the sky
For you baby



Παράξενο. Δεν υπήρχαν ούτε σφαίρες, ούτε φεγγάρι, ούτε ΄΄μωρό΄΄. Μόνο ο ουρανός.





ο τίτλος είναι
απο το I'll shoot the moon
του Tom Waits

Κυριακή, 7 Αυγούστου 2011

Καστοριά/Astoria/Σοχός




στην Κατερίνα Γερογιάννη
που ήταν και δεν ήταν
εκεί.

το όνειρο το λέγανε Αγγελίνα - γραμμένο με κιμωλία σε κάποιο τοίχο του Σοχού Θεσσαλονίκης - και ο Καλογήρου πίσω από τα ψηλά καπούλια μιας Amy Winehouse - ποιητής που νταλαβερίζεται με ανθρώπους και συναισθήματα υγρά, αυτά που εγώ παρακολουθώ σαν τεχνικός ενώ εκείνος παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο - Νεστόριο, Μπύρες Αληθινές Πανάκριβες και ο Ντινάκος να χαμογελάει, η πολυμήχανη Νικολέτα να μαλώνει με τριχωτές ταραντούλες και η Λιάνα η αξεπέραστη να μου στρίβει τσιγάρα γιατί έχω και ΈΧΕΙ καλή καρδιά και καπνό καρέλια.


ο Τασούλης να διακοσμεί με ξέρατα επαρχιακές τουαλέτες και ο Γιώργος Goulos from Soho της Θεσσαλονίκης άρχοντας - ο Billy και το μαγαζί του / να πίνουμε σαν μουλάρια και να γράφω στον τοίχο ΄΄ΣΤΗΝ ΑΝΝΟΥΛΑ΄΄ με τις διαταγές του Τάσου, και να γράφω ΄΄Μαρίαααααα΄΄ στον τοίχο με διαταγές εκ άνωθεν και να με κερνάνε Σουηδικές Βότκες και ας έλεγε ο Buk ΄΄κάτι ξέρανε οι Ρώσοι΄΄ / και ήμουν Μανιακός και ήμουν Τρελός και πρόσεξα / και όλοι να ήταν όπως έπρεπε να ρθούνε και όλοι και όλα ήταν όπως έπρεπε να ρθούνε όλα - οι πληγές και να κλείνουν - και όλες οι γυναίκες να πλησιάζουν - και όλες οι θεραπείες να μοιάζουν γκρίνιες.

εβίβα



οι μπύρες δεν πρόλαβαν να ζεσταθούν

ήσουν πιο όμορφη από ποτέ
όλοι σε συμπαθούσαν
και χάζευαν τα βυζάκια σου

και έκοβα το κουβάρι στα δυο
και αντέγραφα ευτυχίες


κανείς δεν μπορούσε να με νικήσει.

κανείς δεν μπορεί

ας τους να χορεύουν
να μιλάνε για εκείνα
που ξέρουν

θα είμαστε πάντα
δυο βήματα μπροστά τους
και δυο πριν το γκρεμό.


Πέμπτη, 4 Αυγούστου 2011

ποιητική βραδιά


στις ποιητικές βραδιές / αργεί να ξημερώσει.


το ερώτημα ήταν - ποιος είναι ο πιο αργόσχολος;
αυτός που γράφει ποιήματα ή αυτός που τα διαβάζει;

το θέμα ήταν σοβαρό
αλλά συνεχίσαμε
να γράφουμε
να διαβάζουμε

μέχρι που
κάποιος
πέθανε

και ανοίξαμε
το κονιάκ.


Τετάρτη, 3 Αυγούστου 2011

καλό κέρι


μια βραδιά / all night Long / το κωμικό δίδυμο πλησίον και ποιητής έσπασε / ο πρώτος πήγε διακοπές ο δεύτερος ήταν σε διακοπές / με το ραδιόφωνο στην διαπασών / Μπέλλου και Howling Wolf / και ένα αλλοπρόσαλλο χαρέμι χαρμανιασμένο να του ζητάει με την βία τις υπερωρίες για εκείνα τα βράδια που πλημμύριζε το κεφάλι του και φλυαρούσε σαν ηλίθιος.


το χαρέμι έκανε ότι άκουγε και εκείνος ένιωθε περήφανος / ΄΄Σας έχω όλες εδώ΄΄ και έδειχνε το κεφάλι του / εκείνες χειροκροτούσαν και χτύπησαν τις γυμνές τους πατούσες στο μάρμαρο / ΄΄Μα ποιος είπε ότι δεν θα ζήσουμε για πάντα;΄΄.

μετά ξέρασα ξενέρωσα ξύπνησα / άρχισα να χτυπάω τους τοίχους / ΦΕΡΤΕ ΜΟΥ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΔΟΞΟΥΣ ΝΑ ΤΟΥΣ ΚΟΜΜΑΤΙΑΣΩ. . . / με αφοσίωση και μιζέρια όλοι εναντίον όλων / λίγος χρόνος να περίσσευε ώστε να φτιάξουμε ιστορίες / αφού δεν ζούμε. . .

μα όλοι παραθέριζαν / καθάριζαν τους λογαριασμούς τους / ξεχνούσαν με λίγα λόγια.

ένα ζευγάρι τσακωνόταν μες το αμάξι και εγώ δεν μπορούσα να γελάσω / μια κοπέλα με ένα λευκό φόρεμα φοβόταν τα αμάξια και δεν πέρασε ποτέ από την διάβαση / κάποιος ήθελε να παίξει τον CowBoy, είχε τα όπλα, είχε σπιρούνια στις μπότες / δεν είχε άλογο δεν είχε λογική δεν είχε γυναίκα να του γλύφει τις κάνες από τα εξάσφαιρα του / ένα βράδυ πυροβόλησε το ραδιόφωνο ενώ έπαιζε Dylan / με τον πυροβολισμό ακούστηκαν από το ραδιόφωνο του Waits ουρλιαχτά / έλεγε μια ιστορία για εκείνον που αγάπησε χωρίς να αγαπηθεί / για εκείνον που κρυβόταν από τον ήλιο / για εκείνον που ήταν πάντα ΕΔΩ ό,τι και να γινόταν

ποτίστε τον και είναι μαζί σας για πάντα
αγαπήστε τον και δεν θα εξατμιστεί
και αν δεν τον αγαπήσετε
τουλάχιστον ακούστε τον
ή πείτε του ότι τον ακούτε

μοιραστείτε χάδια μαζί του
θα μοιράσει την καρδιά του χριστιανικά
δηλαδή όπως μοιράζανε
του χριστιανούς στα θηρία.



Τρίτη, 2 Αυγούστου 2011

Βεργίνα



ο Βότσης άκουγε Dio και εγώ το Freak out / 27 Ιουνίου 1966 / και εκεί λένε ότι η αγάπη δεν υπάρχει / γνώρισα δυο τρεις που το πίστεψαν αλλά φάγανε τα μούτρα τους / δεν ακούνε και Mothers of Invention / το κατάλληλο συναίσθημα για . . .

- Σε θέλουν στο τηλέφωνο. . .

- Ποιος είναι;

- Ο Σκορδάς. . . βρίζει. . . λέει ότι οταν έφυγες από το σπίτι του του πήρες τα τσιγάρα και μες το πακέτο είχε ένα πενηντάρι.


. . . που θα σε βοηθήσει να καταλάβεις τον κόσμο. / θυμάμαι μια φορά που με γύρισε η Αντιγόνη στο Προκοπίδη. 6 το πρωί. Οδηγούσε άτσαλα και και είχε πονοκέφαλο από το βραδινό πιόμα Έτρεχε. . . Έβριζε, έκανε κάτι προσπεράσεις και το στομάχι μου έφτανε στην καρδιά. Οι αυτοκτονικές μου τάσεις πιάστηκαν χεράκι χεράκι με τις σωφερικές ικανότητες της. Φτάσαμε κάποια στιγμή. Βγήκα από το αμάξι και εκείνη πάτησε γκάζι. Ο Μαλάκας Δόκιμος στην πύλη με ρώτησε. ΄΄Που το πέτυχες αυτό το σαράβαλο;΄΄. Μέχρι σήμερα δεν έχω καταλάβει αν εννοούσε το αμάξι ή την οδηγό. Μάλλον και τα δύο.


- Ξανατηλεφώνησε ο Σκορδάς. Λέει ότι θα ΄ρθει εδώ και θα τα κάνει όλα πουτάνα.

- Άστον να κλάνει.


ο Βότσης πίνει ιρλανδικές μπύρες από την Γαλατινή Κοζάνης. Την γη των προγόνων του. Συνεπής άνθρωπος, πρακτικός με μια κόκκινη μπύρα στο χέρι χαιρετίζει την ματαιότητα. Ξέρει πολλά. Δεν μιλάει. Το ανάποδο από εμένα. Έχει ακούσει πολλά μέταλλα, έχει δει μυθολογίες - αλλά τίποτα δεν καταπίνει ή μασάει Κάποιοι κοιτάνε το φαΐ τους καλύτερα αφού ξεράσουν. Αποδεδειγμένο. Όπως και στις σχέσεις.


- Βαράει την πόρτα. . . Βρίζει τι να κάνω;

- Άνοιξε του. . . Πες την μάνα να ετοιμάσει το μαχαίρι. . .


Πάμε να κατακτήσουμε τον κόσμο; Είναι απλό. . . Βρες μια μαλακία και θα ΄ρθούνε όλοι από μόνοι τους. Να μου μάθεις πως να κάνω με τρόπο τράκα τσιγάρα και εκείνο το δοκίμιο ο Κύριος Βαρυψώλης επιστρέφει να το επιστρέψεις στην βιβλιοθήκη. Εγώ τελειώνω το Βαλς με έναν ευαίσθητο δονητή μιας πρώην αριστερής ποιήτριας - το έγραψε πριν γίνει ανένταχτη. Φαίνεται πολύ αυτό.


- Γεια σου Σκορδά

- Φίλε μου Καθίκι. . .

- ΜΑΝΑ ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ


Είχε πλάκα χθες. Μια προσπαθούσε να ξεράσει και φώναζε ΒΑΛΤΕ ΜΟΥ ΔΑΧΤΥΛΟ. Κάποιος βιρτουόζος πιανίστας την ανέλαβε. Ξέρασε, ηρέμησε. Μετά της ξαναέβαλε δάχτυλο - σαν να έπαιζε την Σονάτα του Σεληνόφωτος ήταν - έτσι μου είπε. Εγώ είχα τις μπύρες μου, τρελός, μανιακός, μες την επανάληψη. Περιμένω κάποιον ή κάποια να μου να μου κολλήσει ψηλά δεξιά στο μέτωπο - αριστερά όπως με κοιτάς - ένα μεγάλο Ε για να με καταλαβαίνουν από την αρχή οι άνθρωποι και να κερδίζουν χρόνο. Έτσι έπρεπε να είχε γίνει στην Βεργίνα.